* μαρξιστικά κείμενα, στοχασμοί, απόψεις, για τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα * αναλύσεις * ιδέες * και ότι έχει σχέση με τον άνθρωπο σήμερα...
Γ. Βήχας: «Να ακουστεί η φωνή τριών εκατομμυρίων ανασφάλιστων συμπολιτών μας στην καρδιά της Ευρώπης»

Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.

Bertolt Brecht, 1898-1956, Γερμανός συγγραφέας



"Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη. Νίκος Μπελογιάννης

..........Ανατροπή του καπιταλισμού και όχι διαχείριση...

"η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια συμφωνία γενικά. έχει ανάγκη από μια έξοδο από τα αδιέξοδα των μνημονίων, από μια σύνθετη πολιτική διεξόδου και αναγέννησης σε όλους τους τομείς, παραγωγικής και πνευματικής – κοινωνικής, εθνικής ανασυγκρότησης, που δεν μπορεί να γίνει μέσα από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και τους όρκους πίστης στις συνθήκες της ε.ε., χωρίς έναν σταθερό προσανατολισμό για μια νέα θέση της χώρας στον γεωπολιτικό άξονα. [ο δρόμος της αριστεράς]

Powered By Blogger

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Foucault και Marx: Σημεία σύγκλισης και αίρεσης

    Μια επίκαιρη συζήτηση για ένα ανοικτό ερώτημα     

του Αντώνη  Γαλανόπουλου*

Για τον Foucault, η εξουσία ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη σχέση και δεν είναι προνόμιο της κυρίαρχης τάξης. Η «μικροφυσική της εξουσίας» παίρνει λοιπόν τη θέση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους σαν όργανο καταπίεσης και επιβολής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε όλες τις άλλες.
Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Michel Foucault και θα λέγαμε πως τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρούμε μια έντονη επανεμφάνιση των ιδεών και της επιρροής του μεγάλου Γάλλου φιλοσόφου στις εκδόσεις και την αρθρογραφία στη χώρα μας. Η επιστροφή αυτή συνδέεται στενά με την τρέχουσα κρίση χρέους και τις πολιτικοοικονομικές συνέπειές της στο κοινωνικό σώμα. Το 2012 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο Η γέννηση της βιοπολιτικής που απαρτίζεται από μια σειρά μαθημάτων που παρέδωσε ο Michel Foucault στο Κολέγιο της Γαλλίας το 1979, στα οποία ασχολείται με την ανάλυση των μορφών της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας. Η επικαιρότητα του βιβλίου αυτού καταγράφηκε και στην εφημερίδα «Το Βήμα»: «Πώς η φιλελεύθερη αγορά μπήκε στη σκηνή της Ιστορίας και πώς η Γερμανία αναδείχθηκε σε πρότυπο του νεοφιλελευθερισμού. Οι διορατικές και τολμηρές παραδόσεις του Μισέλ Φουκό στο Κολέγιο της Γαλλίας μας βοηθούν να καταλάβουμε το σήμερα».
Ένα δεύτερο σημείο αυτής της επιστροφής είναι η σύνδεση της έννοιας της βιοπολιτικής με τις έννοιες του χρέους και της λιτότητας, την οποία συναντάμε, μεταξύ άλλων, στην αρθρογραφία του Κώστα Δουζίνα και του Γιάννη Σταυρακάκη. Αποκορύφωμα αποτελεί η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του Maurizio Lazzarato Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, έργο βαθιά επηρεασμένο από τις ιδέες του Foucault.
Το τρίτο σημείο, αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι το εγχείρημα της αλτουσσεριανής σχολής να συνταιριάξει τη φουκωική και τη μαρξική κοινωνική θεωρία σε μία ανώτερη ενότητα. Χαρακτηριστικό αυτού του εγχειρήματος είναι η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο του Pierre Macherey από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής. Αυτή η προσέγγιση εκκινεί από την ιδέα ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνδέεται με την εμφάνιση μιας νέας μορφής εξουσίας και συνακόλουθα μιας νέας αντίληψής της, η οποία εκφράζεται στο έργο του Michel Foucault.
Ο Foucault είχε μια ιδιαίτερη και αμφίθυμη σχέση με τον μαρξισμό αλλά και με τον ίδιο τον Marx, την οποία θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε με την ελπίδα να αναδείξουμε τις διαφωνίες και τα σημεία σύγκλισης που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ανανέωση της ριζοσπαστικής και προοδευτικής σκέψης σήμερα. Κι αν η αλτουσσεριανή προσέγγιση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην πλευρά του Marx, οδηγώντας και σε κάποιες υπερβολές στην προσπάθεια να ενταχθεί ο Foucault στο μαρξιστικό Παράδειγμα, εμείς θα δούμε τη σχέση αυτή μέσα από το έργο και την οπτική του Foucault.
Το ζήτημα της εξουσίας
Πρόθεση του Foucault είναι να προτείνει ένα εννοιολογικό σύστημα της εξουσίας που θα ξεφεύγει τόσο από τη μαρξιστική όσο και από τη δικαϊκή-νομική προσέγγιση. Η εξουσία σύμφωνα με τον Foucault δεν ανήκει σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες ατόμων, δεν έχει έναν και μόνο γενέθλιο τόπο, δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς και θεσμούς, αλλά διαπερνά ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, συνιστώντας έτσι ένα δίκτυο σχέσεων. Δεν πρόκειται λοιπόν για μία αλλά για πολλές εξουσίες και πιο συγκεκριμένα για σχέσεις εξουσίας.
Επίσης, για τον Foucault, η εξουσία ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη σχέση και δεν είναι προνόμιο της κυρίαρχης τάξης. Η «μικροφυσική της εξουσίας» παίρνει λοιπόν τη θέση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους σαν όργανο καταπίεσης και επιβολής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε όλες τις άλλες.
Όταν ο Foucault προτείνει τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να μελετάμε την εξουσία, αντιστρέφει τη συνήθη πορεία, λέγοντας πως πρέπει να δούμε την εξουσία από τα κάτω προς τα πάνω, ισχυριζόμενος πως η εξουσία δεν απορρέει από το κράτος. Κάθε έννοια κεντρικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει χωρίς την ύπαρξη σχέσεων εξουσίας στο μικροεπίπεδο. 2 Το κράτος, για τον Foucault, συνίσταται στην κωδικοποίηση ενός αριθμού σχέσεων εξουσίας που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία του και η επανάσταση είναι ένας διαφορετικός τύπος κωδικοποίησης των ίδιων σχέσεων.3

Η κριτική του Foucault στο καθεστώς του «υπαρκτού σοσιαλισμού» φώτισε τα θεωρητικά ελλείμματα του μαρξισμού που σχετίζονται με τη διαχείριση των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων, κάνοντας λόγο για εξουσιαστικές σχέσεις που δεν σχετίζονται άμεσα με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις, όπως οι διαφυλικές ή οι σεξουαλικές σχέσεις. Ο Foucault αποκάλυψε τις συντηρητικές, παραδοσιοκρατικές ή αυταρχικές όψεις του μαρξισμού και της πολιτικής που τον επικαλείται.
Ο Foucault προβαίνει με αυτόν τον τρόπο στην ουσιαστική διάκριση κράτους και εξουσίας καθώς ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις εξουσίας επεκτείνονται πέρα από τα όρια του κράτους. Κατά συνέπεια υποστηρίζει ότι μπορούμε να φανταστούμε επαναστάσεις που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και αλλάζουν τις κρατικές δομές αλλά αφήνουν άθικτες τις σχέσεις εξουσίας οι οποίες σχηματίζουν τη βάση για τη λειτουργία του κράτους.4 Είναι χαρακτηριστικό ότι θεωρούσε πως το παράδειγμα της σοβιετικής κοινωνίας τον επιβεβαίωνε καθώς «προσέφερε το παράδειγμα ενός κρατικού μηχανισμού που άλλαξε χέρια και που άφησε τις κοινωνικές ιεραρχίες, την οικογενειακή ζωή, την σεξουαλικότητα, το σώμα περίπου όπως ήταν σε μια κοινωνία καπιταλιστικού τύπου».5 


Η κριτική του Foucault στο καθεστώς του «υπαρκτού σοσιαλισμού» φώτισε τα θεωρητικά ελλείμματα του μαρξισμού που σχετίζονται με τη διαχείριση των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων, κάνοντας λόγο για εξουσιαστικές σχέσεις που δεν σχετίζονται άμεσα με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις, όπως οι διαφυλικές ή οι σεξουαλικές σχέσεις. Ο Foucault αποκάλυψε τις συντηρητικές, παραδοσιοκρατικές ή αυταρχικές όψεις του μαρξισμού και της πολιτικής που τον επικαλείται. Τα μαρξιστικά κόμματα και οι παραδοσιακές μαρξιστικές θεωρίες με άλλα λόγια δεν είχαν την ικανότητα να λάβουν υπόψη τους προβλήματα όπως αυτά της ιατρικής, της σεξουαλικότητας ή της τρέλας.
Για να μην επαναληφθεί η σοβιετική εμπειρία και παρεκκλίνει η επαναστατική διαδικασία, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εξουσία δεν περιορίζεται στον κρατικό μηχανισμό. Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στην κοινωνία αν δεν τροποποιηθούν οι μηχανισμοί εξουσίας που λειτουργούν στην καθημερινότητα και έξω από το πλαίσιο της κρατικών μηχανισμών.6 Οι σχέσεις εξουσίας είναι περίπλοκα φαινόμενα που δεν υπακούν στην εγελιανή μορφή της διαλεκτικής και δεν εξαντλούνται στην αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής.7
Όσον αφορά τον μαρξισμό, σύμφωνα με τον Foucault πάντοτε, η θεώρηση της εξουσίας παραμένει δέσμια της κεντρικής της άσκησης από τους κρατικούς θεσμούς και της ταξικότητας. Δέσμια δηλαδή της ιδέας ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις εξαντλούνται στη βίαιη επιβολή του συμφέροντος της κυρίαρχης αστικής τάξης στην κυριαρχούμενη εργατική. Ο Foucault υποστηρίζει ότι ο μαρξισμός έχει εγκλωβιστεί στην αναπαράσταση της μοναρχικής ανώτατης αρχής, γεγονός που τον καταδικάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιδέα μιας παντοδυναμίας και την ιδέα μιας ριζικής αδυναμίας ή μιας καθαρά παρασιτικής λειτουργίας του κράτους.8
Ο Etienne Balibar σημειώνει απ’ την πλευρά του πως η προσέγγιση του Foucault για την εξουσία δεν είναι απολύτως ανταγωνιστική της μαρξιστικής και επιπλέον ισχυρίζεται ότι δίνει μια διέξοδο στον μαρξισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «η πειθαρχία, η μικροεξουσία αντιπροσωπεύουν την άλλη όψη της οικονομικής εκμετάλλευσης και συγχρόνως την άλλη όψη της ταξικής νομικοπολιτικής κυριαρχίας, την ενότητα των οποίων μας επιτρέπουν να στοχαστούμε· με άλλα λόγια, παρεμβάλλονται ακριβώς στο σημείο του βραχυκυκλώματος που διενεργεί ο Μαρξ ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό, την κοινωνία και το κράτος, όταν αναλύει την παραγωγική διαδικασία».9 Κι αν, συνεχίζει, οι διορθώσεις του Foucault κατευθύνονται, από τη μια εναντίον του εσχατολογικού φαντασιακού της ιστορίας με το οποίο συνδέεται άρρηκτα ο μαρξισμός, από την άλλη δεν είναι καθόλου ασύμβατες με τις στρατηγικές αναλύσεις που έκανε ο ίδιος ο Marx.

Foucault και Marx: πέρα από την εξουσία
Όπως είναι ήδη εμφανές από τη σύγκριση αυτών των δύο προσεγγίσεων της εξουσίας, ο Γάλλος φιλόσοφος βρίσκεται σε σταθερή αντιπαράθεση με τον μαρξισμό. Φαίνεται όμως εξαρχής ότι, για τον Foucault, η διαμάχη με τον Marx δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Ο ίδιος ο Foucault υποστηρίζει ότι δεν είχε αναπτύξει καμία σχέση με τον μαρξισμό καθώς «είναι μια πραγματικότητα τόσο πολύπλοκη, τόσο μπερδεμένη, παγιδευμένη επίσης στο εσωτερικό τόσων πολλών πολιτικών στρατηγικών» και διακρίνει τη σχέση του με τον μαρξισμό από τη σχέση που είχε αναπτύξει με το έργο του Marx.10 Μάλιστα, δηλώνει ότι τοποθετεί το έργο του «στη γενεαλογική γραμμή που εκκινεί από το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου. Αυτό που με ενδιαφέρει στο έργο του Μαρξ είναι το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου, δηλαδή ακριβώς ό,τι αφορά τις αναλύσεις περί της γέννησης του καπιταλισμού σε συνδυασμό με τις αναλύσεις των ιστορικών συνθηκών της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ειδικά από την άποψη της εγκαθίδρυσης και εξέλιξης των δομών και θεσμών εξουσίας. Το έργο μου είναι για όλα αυτά εγγενώς συνδεδεμένο με αυτό που γράφει ο Μαρξ».11
Ο Foucault έχει μια αμφίθυμη σχέση με το έργο του Marx. Από τη μια, εκτιμά τις προσπάθειες του τελευταίου, λέγοντας ότι «υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα στον Μαρξ αναφορικά με το σώμα, αλλά ο μαρξισμός έχει επισκιάσει φοβερά το σώμα προς όφελος της συνείδησης και της ιδεολογίας»12 και ότι «πολύ σημαντικά πράγματα που έγραφε ο Μαρξ […] έμειναν πρακτικά αναξιοποίητα, προς όφελος ατέρμονων σχολιασμών με θέμα την υπεραξία».13 Από την άλλη, στο βιβλίο του Οι λέξεις και τα πράγματα ο Marx παρουσιάζεται απλώς σαν μια παραλλαγή του Ricardo και της οικονομικής θεωρίας του 19ου αιώνα με πιο έντονο το στοιχείο μιας ιστορικής εσχατολογίας. Γράφει χαρακτηριστικά: «Στο βαθύ επίπεδο της δυτικής γνώσης ο μαρξισμός δεν επέφερε καμιά πραγματική τομή. Στεγάστηκε ανεμπόδιστα μέσα σε μια επιστημολογική διάθεση που τον υποδέχθηκε ευνοϊκά και που ο ίδιος δεν είχε ούτε σκοπό να την ταράξει, ούτε προπάντων τη δύναμη να την μεταβάλει γιατί βασιζόταν ολόκληρος σε αυτήν. 

Ο Γάλλος φιλόσοφος βρίσκεται σε σταθερή αντιπαράθεση με τον μαρξισμό. Φαίνεται όμως εξαρχής ότι, για τον Foucault, η διαμάχη με τον Marx δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Ο ίδιος ο Foucault υποστηρίζει ότι δεν είχε αναπτύξει καμία σχέση με τον μαρξισμό καθώς «είναι μια πραγματικότητα τόσο πολύπλοκη, τόσο μπερδεμένη, παγιδευμένη επίσης στο εσωτερικό τόσων πολλών πολιτικών στρατηγικών» και διακρίνει τη σχέση του με τον μαρξισμό από τη σχέση που είχε αναπτύξει με το έργο του Marx.

Μέσα στη σκέψη του 19ου αιώνα ο μαρξισμός είναι σαν το ψάρι στο νερό: δηλαδή οπουδήποτε αλλού παύει να αναπνέει».14 Ο Foucault μετακινεί την επιστημολογική τομή από τον Marx στον Ricardo, εκτιμώντας ότι οι οικονομικές αναλύσεις του Marx καθοδηγούνται από έννοιες που αντλεί από το υφάδι της ρικαρντιανής οικονομίας.15 Αυτή η αμφίθυμη στάση θα μπορούσε να εξηγηθεί εν μέρει από το γεγονός πως ο Foucault αναμετράται με τα όρια αυτού που ο ίδιος όριζε ως μαρξισμό, που στη πραγματικότητα ήταν μια συγκεκριμένη ανάγνωση του Marx στη Γαλλία.
Αυτό που ελκύει περισσότερο τον Foucault στο έργο του Marx είναι οι ιστορικές εργασίες του. Οι αναλύσεις του Marx ξεχωρίζουν χάρη στη διορατικότητα και την αποτελεσματικότητά τους. Δεν συγκρίνονται, λέει ο Foucault, με μεταγενέστερες έρευνες. Το πρόβλημα όμως είναι ότι πάντα τελειώνουν με προφητικές διατυπώσεις.16 Ο Γάλλος διανοητής διευκρινίζει πως δεν θεωρεί «ότι πρέπει να τελειώνουμε με τον ίδιο τον Μαρξ ο οποίος εξέφρασε αλάνθαστα ορισμένα πράγματα. Πρέπει να διακρίνουμε τον Μαρξ από τον μαρξισμό ως αντικείμενο από το οποίο πρέπει να απαλλαχτούμε».17 Μελετώντας το ουσιαστικό πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο πρέπει να υπερβούμε τον μαρξισμό, ο Foucault προσπάθησε να μην πέσει στη παγίδα των παραδοσιακών λύσεων, έτσι υποστήριξε χαρακτηριστικά: «Αυτό που εύχομαι δεν είναι τόσο το να σταματήσει να παραποιείται ο Μαρξ ή να αποκατασταθεί ένας αληθινός Μαρξ, αλλά να απαλλαγεί, να απελευθερωθεί ο Μαρξ από τη δογματική του κόμματος που τον φυλάκισε και τον κράδαινε για τόσο καιρό».18
Υπάρχει, τέλος, μια κύρια διαφορά μεθόδου ανάμεσα στον Foucault και τον Marx. Το σημείο αυτό περιγράφεται από τον Balibar και θα λέγαμε πως δεν έχει λάβει την προσοχή και την επεξεργασία που του αναλογεί στο πλαίσιο της συζήτησης για τη συνάντηση Foucault-Marx. Αυτό που σηματοδοτεί τη διαφορά είναι η εννοιολόγηση της δομής της κοινωνικής σύγκρουσης που εισάγει ο Foucault με τη θεωρία του. Όπως γράφει ο Balibar, «η διαφορά δεν αφορά το διαζευκτικό δίπολο του τοπικού και του σφαιρικού (μιας μικροφυσικής και μιας μακροφυσικής της εξουσίας τρόπον τινά), αλλά την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα σε μια λογική της σχέσης δυνάμεων, σε σχέση με την οποία η “αντίφαση” δεν αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση παρά μια επιμέρους μορφολογία, και σε μια λογική της αντίφασης, σε σχέση με την οποία η “σχέση δυνάμεων” συνιστά μόνο τη στρατηγική στιγμή».19
Ο Foucault όρισε εκ νέου, σε σχέση με τον κλασικό μαρξισμό, τον χώρο των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων καθώς και τη μορφή των επαναστατικών υποκειμένων και κατηγορεί εντέλει τον μαρξισμό ότι συνέβαλε στην έλλειψη πολιτικής φαντασίας. Οι θέσεις του Foucault προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για να αναλύσουμε τον σύγχρονο καπιταλισμό και τις σημερινές μορφές πειθάρχησης και βιοεξουσίας.
Συμπέρασμα
Τι μας δείχνει η παραπάνω ανάλυση για τις προοπτικές συνάντησης Foucault και Marx; Η πολυσυζητημένη το τελευταίο διάστημα συνάντηση παραμένει ένα πεδίο προς διερεύνηση, ένα ανοικτό ερώτημα. Από φιλοσοφική σκοπιά, υπάρχουν στον Foucault προβλήματα από τα οποία δεν βρίσκουμε στον Marx ούτε ίχνος.20 Ο Foucault όρισε εκ νέου, σε σχέση με τον κλασικό μαρξισμό, τον χώρο των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων καθώς και τη μορφή των επαναστατικών υποκειμένων και κατηγορεί εντέλει τον μαρξισμό ότι συνέβαλε στην έλλειψη πολιτικής φαντασίας.21
Οι θέσεις του Foucault προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για να αναλύσουμε τον σύγχρονο καπιταλισμό και τις σημερινές μορφές πειθάρχησης και βιοεξουσίας. Για τον Balibar, δεν υπάρχει ένα μεγάλο διαζευκτικό δίπολο «ή Marx ή Foucault». Είναι αλήθεια ότι οι αναλύσεις του Foucault περί βιοεξουσίας και βιοπολιτικής δεν μπορούν να παρακαμφθούν από καμία σοβαρή μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού και των προβλημάτων που θέτουν στην επαναστατική στρατηγική και τακτική της εποχής μας. Γεγονός που αποτυπώνεται στις επεξεργασίες και τα γραπτά εμβληματικών μεταμαρξιστών θεωρητικών όπως ο Hardt και ο Negri.
Όσο κι αν συμφωνούμε ότι η φουκωική και η μαρξιστική θεωρία δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστες, άλλο τόσο πιστεύουμε από την άλλη ότι δεν είναι και συμπληρωματικές. Αν μια μαρξιστική θεώρηση θα μπορούσε με περισσότερη ευκολία να ενσωματώσει τις ιδέες του Foucault για τη φυλακή, την τρέλα και τη σεξουαλικότητα, δεν θα μπορούσε να γίνει το ίδιο με τη βασική ιδέα των σχέσεων εξουσίας στο μικροεπίπεδο. Η μαρξιστική αντίληψη περί εξουσίας δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη φουκωική μικροφυσική της εξουσίας. Δεν μπορεί να επιτευχθεί η συνάντηση των δύο θεωριών, αφήνοντας ταυτόχρονα τις δύο θεωρίες άθικτες. Όποιος επιχειρεί να συνδυάσει τον Foucault με τον μαρξισμό, πρέπει να εντοπίσει με σαφήνεια τις αποκλίσεις τους, να επεξεργαστεί σοβαρά τα σημεία αίρεσής τους και μετά από μια γενναία θεωρητική τροποποίηση να δημιουργήσει τα σημεία τομής των δύο θεωριών.

____________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. ενδεικτικά Κώστας Δουζίνας, «Από την επιθυμία του χρέους στη βιοπολιτική λιτότητα»,Εφημερίδα των Συντακτών (29.4.2014),http://www.efsyn.gr/?p=193471 και Yannis Stavrakakis, «Debt society: Greece and the future o fpost-democracy», RadicalPhilosophy, τχ. 181, σ. 33-38,http://www.radicalphilosophy.com/article/debt-society
2. Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης, Ράππας, Αθήνα 1978, σ. 123.
3. Μισέλ Φουκώ, Εξουσία, γνώση και ηθική, Ύψιλον, Αθήνα 1987, σ. 25.
4. Μισέλ Φουκώ, Η μικροφυσική της εξουσίας, Ύψιλον, Αθήνα 1991, σ. 43-44.
5. Μισέλ Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, Βάνιας, Αθήνα 2008, σ. 99.
6. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 79.
7. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 72 και 98.
8. Etienne Balibar, Ο φόβος των μαζών, Πλέθρον, Αθήνα 2010, σ. 115.
9. Balibar, στο ίδιο, σ. 117.
10. Michel Foucault, Σκέψεις γύρω από το Μαρξισμό, τη φαινομενολογία και την εξουσία, futura, Αθήνα 2013, σ. 21.
11. Foucault, στο ίδιο, σ. 22.
12. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίαςό.π., σ. 77.
13. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 105.
14. Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα, Γνώση, Αθήνα 2008, σ. 363.
15. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίαςό.π., σ. 104.
16. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 211-212.
17. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 190.
18. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 193-194.
19. Balibar, Ο φόβος των μαζώνό.π., σ. 118.
20. Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Φουκώ-Μαρξ. Παραλληλίες και παράδοξα», Εκτός Γραμμής, τχ. 33 (2013), σ. 78.
21. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίαςό.π., σ. 190.
ΧΡΟΝΟΣ 15 (07.2014)



~~~~~~~~~~~~~~~
Ο Αντώνης Γαλανόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Νωρίτερα αποφοίτησε από το Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν τον μεταμαρξισμό, στρουκτουραλισμό/μεταστρουκτουραλισμό, ανάλυση λόγου, την ιδεολογία και την κριτική θεωρία. Είναι μπλόγκερ και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικούUnfollow. Έχει τακτική αρθρογραφία σε ηλεκτρονικά μέσα, ενώ ασχολείται επίσης με τις μεταφράσεις και τις βιβλιοκριτικές.___________
http://www.chronosmag.eu/index.php/glpls.html

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η καταδίκη της χούντας στην Ευρώπη ήταν, κατά την άποψή μου, η αρχή του τέλους της.

  Δύναμη και βία  

Του Περικλή Κοροβέση*

Αυτοί που αποφάσισαν να αντισταθούν στη χούντα των συνταγματαρχών ήταν ελάχιστοι. Κατά κανόνα ήταν ολιγομελείς παρέες από όλο τον δημοκρατικό χώρο, από την Αριστερά της Αριστεράς, μέχρι τη δημοκρατική Δεξιά και αργότερα προστέθηκε και μια μικρή ομάδα της βασιλικής Δεξιάς. Ανάμεσά τους και δημοκρατικοί στρατιωτικοί. Και αυτοί βέβαια είχαν τη σκληρότερη μοίρα. Εχουμε πολλούς βασανισθέντες από τον χώρο της Αριστεράς, αλλά έναν Μουστακλή δεν έχουμε. Ολες αυτές οι ομάδες ήταν πρωτοβουλίες ατόμων που ανήκαν σε διάφορους πολιτικούς χώρους. Αλλά όχι πρωτοβουλίες κομμάτων. Αυτά ήταν ανύπαρκτα. Και εντάσσω εκεί και την ΕΔΑ. Αν υπήρχε συγκροτημένο πολιτικό σύστημα, το πραξικόπημα θα ήταν αδύνατο.
Αυτές οι πρωτοβουλίες ατόμων ουδέποτε συντονίστηκαν. Θεωρητικά θα μπορούσε να είχε γίνει ένα δίκτυο ή κάποιο μέτωπο που να ένωνε όλες αυτές τις αυθόρμητες μονάδες. Και ο λόγος ήταν απλός. Η κάθε ομάδα αγνοούσε τι έκανε η άλλη ομάδα. Μαθαίναμε την ύπαρξή της μόνο σε περίπτωση σύλληψης και βασανιστηρίων. Και τώρα μου έρχεται κάτι παράτολμο στο μυαλό. Δεν είχαμε δυνάμεις ούτε εμπειρία για το πώς να αντιμετωπίσουμε τη χούντα. Απλά αυτή μας φοβήθηκε, χωρίς να μπορέσει να καταλάβει την αδυναμία μας. Αν μας άφηνε στην ησυχία μας, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε καμιά ουσιαστική ζημιά. Εκτός αν γινόμασταν μαζικοί. Αλλά αυτό δεν ήταν ορατό στον ορίζοντα. Ο κόσμος είχε δεχτεί τη χούντα σαν μια οποιαδήποτε κυβερνητική αλλαγή. Ο μαζικός αντιχουντισμός είναι προϊόν της μεταπολίτευσης.
Και το βασικό ερώτημα που μπήκε σχεδόν σε όλες τις οργανώσεις ήταν με ποιον τρόπο πολεμάμε τη χούντα. Και εκεί υπήρχαν διάφορες προσεγγίσεις. Η πιο «ρεαλιστική» ήταν ενέργειες δολιοφθοράς σε συμβολικούς στόχους, έτσι που να φανεί πως η χούντα είναι ασταθής και χρειάζεται μια πολιτική λύση. Η πιο «ουτοπική» ήταν η δημιουργία ενός μαζικού κινήματος με ισχυρές οργανώσεις. Και υπήρχε και μια «μαξιμαλιστική» πρόταση για τη δημιουργία ενός νέου ΕΑΜ. Βομβιστικές ενέργειες έγιναν εναντίον της χούντας αλλά η δύναμη πυρός ήταν λιγότερη από τα βαρελότα του Πάσχα. Και όλα αυτά, ερήμην των παραδοσιακών κομμάτων που ήταν ανύπαρκτα, άσχετα αν μέλη τους είχαν πάρει πρωτοβουλίες. Οι κομματικοί μηχανισμοί είχαν πέσει σε λήθαργο.
Συχνά αναφερόμαστε στη Νομική και το Πολυτεχνείο ως καταλύτες για την ανατροπή της χούντας. Δεν ανήκω σε αυτούς που υποτιμούν τη σημασία αυτών των γεγονότων. Αλλά αυτό που υποτιμάται είναι ο νεοφιλελληνισμός που διαμορφώθηκε στη διάρκεια της χούντας σε πολλές χώρες του κόσμου, με αιχμή του δόρατος τις χώρες που είχαν μεγάλες παροικίες Ελλήνων (Ευρώπη, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία). Τα μεγαλύτερα ΜΜΕ, ακόμα και συντηρητικά, ήταν σαφώς εναντίον της χούντας. Και αυτό πίεζε τις κυβερνήσεις. Και απέδωσε καρπούς. Η καταδίκη της χούντας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Στρασβούργο ήταν, κατά την άποψή μου, η αρχή του τέλους της. Και ήδη η πολιτική λύση «Καραμανλής» παιζόταν. Και υπήρχαν δύο σοβαροί λόγοι για να πετύχει αυτό το σχέδιο. Η CIA εμπιστευόταν τον Καραμανλή, οι χουντικοί θα την έβγαζαν «καθαρή» και θα γύριζαν στους στρατώνες τους. Πράγμα που έγινε και το ονομάσαμε μεταπολίτευση. Οσο και αν δικάστηκαν μερικοί «πρωταίτιοι», στην ουσία ήταν καμένα χαρτιά. Αχρηστοι και ξεζουμισμένοι. Το βαθύ χουντικό κράτος έμεινε ανέπαφο και σήμερα εκφράζεται από τη Χρυσή Αυγή (και όχι μόνο). Και αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Το κράτος δεν μπορεί να ανατρέψει το κράτος. Απλώς αφομοιώνει τον παλιό κρατικό μηχανισμό και τον βάζει να λειτουργήσει για τη νέα πολιτική ηγεσία. Πρώτοι διδάξαντες οι μπολσεβίκοι, που αφομοίωσαν όλη την τσαρική γραφειοκρατία.
Ομως ας μην πάμε τόσο μακριά. Στα 17 χρόνια εξουσίας του ο Πινοσέτ στη Χιλή σκότωσε 3.000 άτομα και βασάνισε άλλους 35.000. Πέθανε ειρηνικά στα 91 του, περιστοιχισμένος από δικηγόρους που υποστήριζαν πως πάσχει από άνοια και δεν μπορεί να δικαστεί. Στην Καμπότζη οι Κόκκινοι Χμερ εκτέλεσαν περίπου 2 εκατομμύρια ανθρώπους. Ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας, Χουν Σεν, ήταν πρώην ηγέτης των Χμερ.
Αλλά ας γυρίσουμε στα δικά μας. Ο παλιός πολιτικός κόσμος, νικημένος και ξεφτιλισμένος από τη χούντα, έσπρωξε τη νεολαία να αναζητήσει άλλες μορφές έκφρασης. Τότε η επανάσταση της Κούβας δεν είχε ξεθωριάσει. Το Βιετνάμ ήταν στις δόξες του και ο Τσε με το όπλο στο χέρι. Αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και Αφρική. Και ο γαλλικός Μάης ξαναμοίραζε τα χαρτιά της επαναστατικής τράπουλας. Ολοι οι κλασικοί κατέβαιναν από τα ράφια για να διδαχτούμε από εμπειρίες άλλων εποχών. Μια νέα αριστερή σκέψη γεννιόταν. Το πρόβλημα της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχείρισης έμπαινε στην ημερήσια διάταξη, όπως βέβαια και το πρόβλημα της ένοπλης πάλης.
Σε αυτόν τον διάλογο, κυρίως στην Ευρώπη, οι ομάδες «της ένοπλης ή υποδειγματικής πράξης» διάλεξαν τον δικό τους τρόπο δράσης και απέδωσαν τη «Φράξια Κόκκινου Στρατού», τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» ή την «Αμεση Δράση». Οι υπόλοιποι ασχοληθήκαμε με την κοινωνία, από αυτόνομα στέκια μέχρι συνδικάτα. Λίγο ή πολύ η μοίρα της «ένοπλης πάλης» ήταν τραγική. Οχι μόνο δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, αλλά πολλοί από τους πρωταγωνιστές της είχαν τραγικό τέλος. Και εδώ είναι διαφωτιστικό το βιβλίο του Σουηδού δημοσιογράφου Μπιόρν Κουμ «Η Ιστορία της Τρομοκρατίας» (Εμπειρία Εκδοτική), που μελετάει ιστορικά όλα αυτά τα φαινόμενα, τα οποία φυσικά δεν είναι καινούργια. Και θέτει ένα απλό ερώτημα μελετώντας τις ιστορίες των «τρομοκρατών» ανά τους αιώνες: Πώς ξεχωρίζεις μια βίαιη επαναστατική πράξη από μια προβοκατόρικη πράξη;
Η Χάνα Αρεντ κάνει μια σαφή διάκριση μεταξύ βίας και δύναμης. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μια κλειστή βίαιη ομάδα είναι εύκολο να εντοπιστεί και να φυτευτεί κάποιος πιο βίαιος αρχηγός. Το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας. Θα τη στρέψει εναντίον του μόνιμου εχθρού. Στις αδικημένες μάζες των αθώων. Δείτε τι γίνεται στη Γάζα. Τα συμπεράσματα δικά σας.
_________________