* μαρξιστικά κείμενα, στοχασμοί, απόψεις, για τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα * αναλύσεις * ιδέες * και ότι έχει σχέση με τον άνθρωπο σήμερα...
Γ. Βήχας: «Να ακουστεί η φωνή τριών εκατομμυρίων ανασφάλιστων συμπολιτών μας στην καρδιά της Ευρώπης»
"Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη. Νίκος Μπελογιάννης

..........Ανατροπή του καπιταλισμού και όχι διαχείριση...

"η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια συμφωνία γενικά. έχει ανάγκη από μια έξοδο από τα αδιέξοδα των μνημονίων, από μια σύνθετη πολιτική διεξόδου και αναγέννησης σε όλους τους τομείς, παραγωγικής και πνευματικής – κοινωνικής, εθνικής ανασυγκρότησης, που δεν μπορεί να γίνει μέσα από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και τους όρκους πίστης στις συνθήκες της ε.ε., χωρίς έναν σταθερό προσανατολισμό για μια νέα θέση της χώρας στον γεωπολιτικό άξονα. [ο δρόμος της αριστεράς]

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Έφυγε από τη ζωή σήμερα Πέμπτη το ιστορικό και ενεργό μέχρι την ύστατη ώρα στέλεχος της κομμουνιστικής αριστεράς και του ΕΚΚΕ ο Χρίστος Μπίστης

   ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ   


Χρίστος Μπίστης: Να στραφούμε ενάντια στις αιτίες της κρίσης


Χρίστος Μπίστης – http://vathikokkino.gr/archives/42512



Έφυγε από τη ζωή σήμερα το απόγευμα το ιστορικό και ενεργό μέχρι την ύστατη ώρα στέλεχος της κομμουνιστικής αριστεράς και του ΕΚΚΕ ο Χρίστος Μπίστης. Κομμουνιστής και αγωνιστής ακέραιος και αγαπητός πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στα χαρακώματα των αγώνων της εργατικής τάξης.
Γράφει ο Χρίστος Μπίστης 

Η τεράστια φούσκα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, 12 φορές μεγαλύτερη από το παγκόσμιο ΑΕΠ, αντί να αναχαιτίσει, ήταν αυτή που με το σκάσιμό της τελικά αποκάλυψε τη μεγαλύτερη ίσως κρίση του συστήματος. Οδήγησε σε κλιμάκωση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, οικονομικών εκβιασμών και τοπικών πολέμων μέσα από την παραβίαση κάθε έννοιας εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Επιχείρησε να διασώσει τις τράπεζες και να ανορθώσει τα κέρδη του κεφαλαίου με λυσσαλέες επιθέσεις ενάντια στον κόσμο της εργασίας, την ανατροπή του συνόλου των κατακτήσεων και δικαιωμάτων που είχαν επιβάλει οι προλεταριακές επαναστάσεις και οι ταξικοί αγώνες ενός ολόκληρου αιώνα, με τελικό στόχο ένα νέο κοινωνικό μεσαίωνα. Από αυτή την ολοκληρωτική βαρβαρότητα άλλη διέξοδος δεν υπάρχει από την αναγέννηση και ανασυγκρότηση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών ιδεών και των επαναστατικών κινημάτων της εργατικής τάξης και των λαών.
Αντίστοιχα στην Ελλάδα -από τα πρώτα θύματα της κρίσης- είναι βέβαια απαραίτητη η πάλη του λαϊκού κινήματος για την υπεράσπιση κάθε δικαιώματος που απειλείται ή ανατρέπεται. Για να έχουν όμως αποτελεσματικότητα οι αγώνες αυτοί είναι απαραίτητο να κατανοηθούν οι βαθύτερες αιτίες που προκάλεσαν τις σημερινές οδύνες για τη χώρα και το λαό.
Αιτίες που έχουν να κάνουν με την ίδια την επιλογή της ένταξης στην ΕΟΚ–ΕΕ από τη μεριά της ντόπιας παρασιτικής και κλεπτοκρατικής αστικής τάξης. Μιας ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης που ποτέ δεν υπηρέτησε την αλληλεγγύη των λαών αλλά που χαρακτηρίστηκε πρώτα και κύρια από την ελευθερία-ασυδοσία των αγορών, από το δικαίωμα των ισχυρών να εκμεταλλεύονται τους πιο αδύνατους. Μια ανισομετρία που κλιμακώθηκε με την υιοθέτηση του ευρώ, έξω από κάθε πολιτικό έλεγχο και με μια ισοτιμία κατώτερη από αυτήν που θα επέβαλλε η ανταγωνιστικότητα των κυρίαρχων αλλά πολύ υψηλότερη από αυτήν των χωρών της περιφέρειας, με αποτέλεσμα τα συνεχή πλεονάσματα του Βορρά και τα διογκούμενα ελλείμματα του Νότου. Για την Ελλάδα, αυτή η αρχιτεκτονική είχε αποτέλεσμα τη διαρκή μείωση των εξαγωγών και αύξηση των εισαγωγών. Η αγροτική παραγωγή, από το 15% του ΑΕΠ πριν την ένταξη στην ΕΕ, έπεσε στο 3% στις μέρες μας, ο μισός αγροτικός πληθυσμός έμεινε χωρίς δουλειά και η Ελλάδα από χώρα εξαγωγική έγινε εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων. Αντίστοιχα στη βιομηχανία ολόκληροι τομείς έγιναν προβληματικοί, με αποτέλεσμα παρά τις σκανδαλώδεις επιδοτήσεις και δανειοδοτήσεις, να κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο ή να φεύγουν στο εξωτερικό και η βιομηχανική παραγωγή από το 32 % του ΑΕΠ πριν από την ένταξη να έχει πέσει γύρω στο 10%, αφήνοντας άνεργους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους. 
Η ακατάσχετη κερδοσκοπία του ευρωπαϊκού και ελληνικού τραπεζικού συστήματος είχαν αποτέλεσμα την πολύ μεγαλύτερη αύξηση των χορηγήσεων δανείων και κερδοσκοπικών τίτλων σε σχέση με τις καταθέσεις, που σήμερα καλούνται να αναπληρώσουν μέσα από την εξοντωτική τους φορολόγηση οι εργαζόμενοι για τη διάσωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Σε σχέση με τις εισροές κεφαλαίων από την ΕΕ, που υπολογίζονται σε 43 δις, η Ελλάδα δαπάνησε μέχρι το 2009 γύρω στα 260 δις ευρώ για εισαγωγές προϊόντων, δηλαδή για κάθε ένα ευρώ που μας προσέφεραν εμείς τους επιστρέφαμε έξι. Για να ενισχύσει τις πολεμικές βιομηχανίες ΗΠΑ, Γαλλίας και Γερμανίας με παραγγελίες αεροπλάνων με ελαττωματικές μηχανές και υποβρυχίων που γέρνουν, η Ελλάδα υπερχρεώθηκε για να αναδειχθεί δεύτερη μετά τις ΗΠΑ σε στρατιωτικές δαπάνες στον κόσμο. Άχρηστες παραγγελίες από Siemens, Thyssen, HDW κ.λπ. γέμισαν με μίζες τους ντόπιους κλεπτοκράτες. Οι Ολυμπιακοί του πλουτισμού για κάποιους λίγους, που αντί για τον προϋπολογισμό του 1,3 δις που είχε γίνει αρχικά κατέληξαν να κοστίσουν πάνω από 20 δις.
Έτσι οδηγηθήκαμε στην εκτίναξη του δημόσιου χρέους από το 25% του ΑΕΠ πριν από την ένταξη στην ΕΕ, στο 120% μέχρι το 2009 και στο 180% με τα μνημόνια των τελευταίων χρόνων. Ένα χρέος μη βιώσιμο, θηλιά στο λαιμό και κύριο όπλο για το ολοκληρωτικό ξεπούλημα του λαού και του τόπου.
Να γιατί η ανάσα που ζήτησε ο λαός για να μη διαψευστεί θα πρέπει να καταλήξει πέρα από τα «ούτε ρήξη – ούτε υποταγή» στα πλαίσια του ευρώ και της ΕΕ των κάθε λογής ρεφορμιστών και να στραφεί ενάντια στις αιτίες και τις δομές που του προκάλεσαν την κοινωνική καταστροφή. Να απαιτήσει:
  • Τη διαγραφή του ληστρικού–τοκογλυφικού χρέους.
  • Τη ρήξη και αποδέσμευση από το ευρώ και την ΕΕ
  • Την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων με εργατικό έλεγχο.
  • Τη συνεταιριστική απελευθέρωση της δημιουργικότητας της φτωχομεσαίας αγροτιάς.
  • Την παραγωγική ανασυγκρότηση σύμφωνα με τις ανάγκες και τις μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες του λαού και του τόπου.
  • Την ενοποίηση όλων των αγωνιστικών και επαναστατικών δυνάμεων για το άνοιγμα του δρόμου προς την κοινωνική απελευθέρωση, τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική.
______________
http://www.inred.gr/christos-mpistis/

Διαβάστε ακόμα.....

               ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ            

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ηρώ Κωνσταντοπούλου, Ετών 17 - "Πεθαίνω τώρα που χαράζει η λεφτεριά, όμως κάνω χαλάλι, τα νιάτα μου για την Ελλάδα."

Ηρώ Κωνσταντοπούλου: Λευτεριάς λίπασμα ... (Βίντεο)

"Πεθαίνω τώρα που χαράζει η λεφτεριά,
όμως κάνω χαλάλι, τα νιάτα μου για την Ελλάδα."

Ηρώ Κωνσταντοπούλου, Ετών 17

Εκτελέστηκε σαν σήμερα, τις 5 Σεπτέμβρη 1944, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με άλλους 49 αγωνιστές αντιφασίστες. Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ ως μαθήτρια και η αντιστασιακή της δράση ανακόπηκε με τη σύλληψή της τον Ιούλιο 1944.
Αφού βασανίστηκε άγρια στα κρατητήρια της «Κομαντατούρ», στο κολαστήριο των SS στην οδό Μέρλιν, χωρίς να κατορθώσουν οι βασανιστές της να αποσπάσουν την οποιαδήποτε πληροφορία για τους συναγωνιστές της, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Η εκτέλεση έγινε με 17 σφαίρες. Όσα και τα χρόνια της…
Το βίντεο από υλικό του διαδικτύου και αποσπάσματα από την κινηματογραφική ταινία "17 σφαίρες για έναν άγγελο, η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου".




«Ετσι ως αντικρίζω τα χώματα / ματωμένα, αναρριγώ, / κορίτσια της Καισαριανής / ραντίστε με τριανταφυλλόνερο / τα ηρωικά κορμιά μας».
(Πάνος Ν. Παναγιωτούνης)


Στις 5 του Σεπτέμβρη του 1944, η ΕΠΟΝίτισσα Ηρώ Κωνσταντοπούλου, εκτελείται από τους χιτλεροφασίστες κατακτητές. Θυσιάζεται στο βωμό της λευτεριάς, μαζί με άλλους 49 αγωνιστές αντιφασίστες. 
Εγινε θρύλος, ακολουθώντας τον ηρωικό δρόμο των παιδιών της ΕΠΟΝ, που έπεφταν στο «σπίτι - κάστρο» της οδού Μπιζανίου, στην Καλλιθέα: «Πούθε έβγαινε; Απ' τα Νιάτα απ' τη θυσία, / τάχεν η ΕΠΟΝ γεννήσει η ηρωική /, να ξαναγράψουν μία παλιά Ιστορία / σε νέα σελίδα ακόμη πιο λαμπρή» (Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη). Τα βλαστάρια που τραγουδούσαν πάντα τον Εθνικό Υμνο: «Χαίρε, ω Χαίρε, λευτεριά...». Ενιωσαν το χρέος τους στη ζωή - και επλήρωσαν τις ιδέες τους, με συνέπεια.
Δεκαεπτά χρόνια έζησε όλο κι όλο η Σπαρτιάτισσα, Ηρώ. Αλλά, ήταν κοπέλα πολλαπλών ταχυτήτων. Εζησε με τους ήχους των λόγων του Ρήγα Φερραίου, «τα δίκαια του Ανθρώπου» και το «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Εδωσε μαθήματα ελευθερίας στους διώκτες της, στον περιβόητο συνεργάτη των χιτλερικών Αγήνορα. Σ' αυτούς που φορούσαν τις γερμανικές στολές - «Ελληνες» - με επικεφαλής τον ταγματασφαλίτη Βάρβαλη - θύμιζε τα λόγια του Ρήγα Φερραίου, λίγο πριν την παραδώσουν στα γερμανικά SS: «Χάνει τα δίκαια του πολίτου, εκείνος οπού έγινεν εντόπιος εις ξένον βασίλειον και δε βοηθεί την πατρίδα του κι απ' εκεί, με όποιον τρόπον ημπορεί, αλλ' αδιαφορεί εις τας προσταγάς της. Ομοίως κι εκείνος όπου δέχεται φίκιον ή δούλευσιν ή χαρίσματα από χέρι τυράννου. Ο τοιούτος δε λέγεται πλέον πολίτης, αλλά προδότης...».
Αυτή που δόθηκε ολόψυχα στον αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας απ' τη χιτλεροφασιστική σκλαβιά, με τη ζωή και τη δράση της, ήταν ένα απ' τα πιο μαχητικά μέλη της ΕΠΟΝ. Στα δεκάξι της, μιλούσε γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά: Ηταν πρώτη στον αγώνα, πρώτη στα μαθήματα... 
Πρώτη σ' όλες τις εκδηλώσεις, ενάντια στους κατακτητές - βρισκόταν - πάντα στις πρώτες γραμμές της σκληρής πάλης. Αψηφούσε τους κινδύνους.Δύο φορές συλλήφθηκε - ξυλοκοπήθηκε - βασανίστηκε, την τρίτη φορά, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, οι χιτλερικοί, με τα ελληνόφωνα όργανά τους, σπάνε την πόρτα της, στην οδό Βεΐκου 57. 
Την οδηγούν στο άντρο των βασανιστηρίων της οδού Μέρλιν. Η Ηρώ φτύνει κατάμουτρα και μπατσίζει τον «Ελληνα» μεταφραστή. 
Δε μίλησε. Τη στέλνουν στο Χαϊδάρι, στην απομόνωση και σε συνέχεια στο θάλαμο των μελλοθανάτων (Ιούλης 1944). Κι απ' εκεί στο ηρωικό Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ανά πεντάδες μπροστά απ' τις κάννες των πυροβόλων. Δεκαεφτά σφαίρες καρφώνονται στο κορμί της απ' τους φασίστες, για τα δεκαεφτά της χρόνια, για «παραδειγματισμό», είπαν οι χιτλερικοί... 
Η Ηρώ έπεσε για τη λευτεριά του λαού, λίγες μέρες πριν απελευθερωθεί η Ελλάδα. Το σώμα της ηρωικής Ελληνίδας, Ηρώς Κωνσταντοπούλου, έγινε λευτεριάς, λίπασμα: «Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ /, όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου / που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου /. Ομως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ / γιατί γνωρίζω τι σου λέω ευχαριστώ / γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω /... Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου». (Γιάννης Ρίτσος)

Παναγιώτης Καραβασίλης
_________________
http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2016/09/blog-post_70.html

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Ο ενδοτισμός είναι μονόδρομος;

 του Γιάννη  Ραχιώτη, δικηγόρου
 από την εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς».




Η κα Κατριβάνου καταψηφίζοντας στη Βουλή μερικά άρθρα του πακέτου των νέων μέτρων που επέβαλαν οι δανειστές, υπέβαλε την παραίτησή της γιατί, όπως δήλωσε, ενώ διαφωνεί με την κυβερνητική πολιτική δεν βλέπει εναλλακτική λύση. Στην ίδια συζήτηση, διάφοροι υπουργοί ισχυρίστηκαν επίσης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση πέρα από την ενδοτικότητα στους δανειστές. Περιορίστηκαν να προβάλλουν ως άλλοθι ότι πριν προσκυνήσουν... είχαν διαπραγματευθεί δυναμικά.
Στο δυναμισμό περιλαμβάνουν μάλλον και τη συμφωνία της 20/2/15, την ανάδειξη δεξιού Προέδρου Δημοκρατίας και τη συγκρότηση υπουργικού συμβουλίου κατά πλειοψηφία με στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της δεξιάς. Μετά απ’ αυτά θεωρούν ότι νομιμοποιούνται να ψηφίζουν ό,τι τους βάζουν μπροστά τους με αντάλλαγμα την υπουργική αποζημίωση. Οι Τσίπρας, Παππάς, Μητσοτάκης, με απείρως μεγαλύτερη θρασύτητα, αναλώθηκαν σε ευφυολογήματα και επικοινωνιακούς διαξιφισμούς, θεωρώντας εκ προοιμίου τα μέτρα μονόδρομο και φυσικά ωφέλιμα για τους ίδιους, αφού με την ψήφισή τους εξασφαλίζουν την ανοχή των Δυτικών επικυρίαρχων.

Στο πρόσφατο παρελθόν πολιτικοί με ασύγκριτα σημαντικότερη διαδρομή από το θλιβερό πολιτικό μας προσωπικό, σκέφτηκαν τον ενδοτισμό σαν σωτηρία, αλλά δεν τους βγήκε σε καλό.

Ο Μιλόσεβιτς πριν πεθάνει από έλλειψη περίθαλψης σε κάποια ολλανδική φυλακή, επέβαλε στο λαό του τη συνθήκη του Ντέιτον που μετέτρεψε τη Βοσνία στο πρώτο επίσημο προτεκτοράτο της Δύσης μετά το 20 Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Καντάφι τα τελευταία χρόνια πριν λιντσαριστεί σε κάποιο δρόμο της Σύρτης, πλήρωνε όποια αποζημίωση του ζητούσαν οι Δυτικοί, υπέγραφε όποια συμφωνία του έβαζαν μπροστά του και εκλιπαρούσε να τον θεωρήσουν σύμμαχο.

Ο Σαντάμ, πριν καταλήξει στην κρεμάλα, επί μια 10ετία αποδεχόταν κάθε ταπεινωτικό έλεγχο, κάθε εξευτελισμό από τους Δυτικούς, εκλιπαρούσε για διαπραγματεύσεις και για να τον αφήσουν να υπάρξει με οποιοδήποτε τίμημα.

Ο Μόρσι, ο πρώτος εκλεγμένος ηγέτης της Αίγυπτου, πριν καταλήξει στη φυλακή, προσπάθησε με κάθε τρόπο να εξευμενίσει τους Αμερικανούς, σε βάρος των συμφερόντων του λαού του και ολόκληρου του αραβικού κόσμου, κρατώντας κλειστό το πέρασμα της Ράφα, σιωπώντας για την Παλαιστίνη, αφήνοντας ανέπαφες τις απόλυτα ελεγχόμενες από τους αμερικανοϊσραλινούς δομές του στρατού.

Η Ντίλμα Ρούσεφ, πριν καταλήξει καθαιρεμένη και κατηγορούμενη σε δίκη οπερέτα, επί χρόνια εφάρμοσε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, σε αντίθεση με την ιστορία της, την κοινωνική βάση του κόμματός της και τις υποσχέσεις της, προσπαθώντας μάταια να εξευμενίσει τις ντόπιες και τη διεθνή ελίτ.

Ακολουθώντας την ακριβώς αντίθετη πολιτική, η Κούβα κρατάει πάνω από 55 χρόνια και η Συρία αντέχει πάνω από 5 χρόνια σε συνθήκες που οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση θα είχε εξαερωθεί.
Είναι διαφορετικό το ζήτημα ότι πολλοί καλόπιστοι άνθρωποι πιστεύουν ότι αν απομακρυνθούμε από το καθεστώς υποτέλειας θα έχουμε χειρότερη τύχη ακόμη και από τον σημερινό εξευτελισμό και τη διάλυση.
Η διεθνής συγκυρία είναι πράγματι επικίνδυνη. Η επιθετικότητα της Δύσης που κλιμακώθηκε σε ψυχρό πόλεμο από τη διοίκηση Ομπάμα αναμένεται να επιδεινωθεί υπό την Κλίντον ή τον Τραμπ.
Ενθαρρυμένοι από τις επιτυχίες τους απέναντι σε σειρά μικρών κρατών, με ακλόνητη εμπιστοσύνη στη στρατιωτική τους υπεροχή, υποβάλλουν σε μείζονες προκλήσεις ταυτοχρόνως την Κίνα και τη Ρωσία: Το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό παραβιάζει προκλητικά τα χωρικά ύδατα της Κίνας και η αντιπυραυλική ασπίδα στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας ήδη λειτουργεί με στόχο να μετατρέψει τη Ρωσία από παγκόσμια, σε τοπική πυρηνική δύναμη.
Το πολεμικό ναυτικό του ΝΑΤΟ, με τη συναίνεση του Τσίπρα, απέκτησε πλήρη έλεγχο του διάπλου του Αιγαίου και πλέον προετοιμάζεται ανοιχτά η αποστολή ΝΑΤΟΪκών πολεμικών στη Μαύρη Θάλασσα κατά παράβαση της συνθήκης του Μοντρέ. Αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις είναι πλέον προωθημένες σε όλο το μήκος των δυτικών συνόρων της Ρωσίας-Λευκορωσίας, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από μεγάλες ρωσικές πόλεις.
Η απειλή πολέμου είναι περισσότερο από σαφής. Επιδιώκουν φανερά να παγιδεύσουν και τις δύο μεγάλες χώρες, είτε σε μια ταπεινωτική στρατιωτική ήττα είτε, μέσω της στρατηγικής της έντασης και της οικονομικής πίεσης, σε κατάρρευση των πολιτικών τους συστημάτων και τοποθέτηση ελεγχόμενων κυβερνήσεων-μαριονετών τύπου Γέλτσιν. Αν θα το πετύχουν είναι άλλη, καθόλου βέβαιη, ιστορία.

Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου έχει εμπλέξει τη χώρα σε όσα Δυτικά επιθετικά σχέδια της ζητήθηκε: Στην παρακώλυση της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο, στη συμμαχία με το Ισραήλ, στη στήριξη του δικτάτορα της Αιγύπτου, στον TAP. Πρόσφατα προχώρησε σε μια ιταμή πρόκληση σε βάρος της Ρωσίας με τη σύλληψη και κράτηση για μερικές ώρες στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης γνωστότατου (και στην Ελλάδα) συμβούλου του προέδρου Πούτιν με το χωροφυλακίστικο πρόσχημα της... εξακρίβωσης στοιχείων. Το modus operandi είναι καθαρά αμερικανικό, χρησιμοποιείται επανειλημμένα εναντίον αξιωματούχων χωρών που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ταπεινώσουν.

Ο ενδοτισμός όμως μπορεί να είναι όντως μονόδρομος για την επιβίωση του πολιτικού συστήματος ως αχυρανθρώπων της Δύσης, αλλά ούτε ωφέλιμος είναι ούτε μονόδρομος. Οι χώρες ουραγοί των ιμπεριαλιστικών τυχοδιωκτισμών παραδοσιακά, στο πρώτο γύρισμα της κατάστασης, πληρώνουν τον βαρύτερο λογαριασμό. Ακόμη και η διατήρηση της κρατικής μας υπόστασης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Τα διδάγματα της μικρασιατικής και της κυπριακής τραγωδίας, καλό θα ήταν να μην ξεχαστούν. Και στις δύο περιπτώσεις είχαμε «κυβερνήσεις» δουλικές στις ξένες δυνάμεις, που πίστευαν ότι διασφαλίζουν τη σταθερότητά τους λειτουργώντας ως μακρύ χέρι των αφεντικών τους.

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.
Ο δρόμος που σήμερα φαίνεται δυσκολότερος, με περισσότερο ρίσκο από την «ασφάλεια» της υποτέλειας, αυτός της ανεξαρτησίας, της αποπροτεκτορατοποίησης και της δημιουργίας ενός κυρίαρχου κράτους, είναι ο μόνος που παρέχει εγγυήσεις συλλογικής επιβίωσης στη θύελλα που έρχεται.
Ήδη περπατιέται από ένα σημαντικό αριθμό χωρών με μικρότερες παραγωγικές δυνατότητες και σε πιο αντίξοες συνθήκες από εμάς.

Διαβάστε από την ίδια εφημερίδα: 


________________

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

... δημοσιογράφοι ως διεκπεραιωτές - ντόπερμαν ...

Τα μυαλά τους και μια λίρα



Της Δήμητρας Σωτηριάδου*

Από το 2010, το τοπίο των ΜΜΕ ξεκαθάρισε, όταν μια «συντεχνία δημοσιογράφων»επέλεξε τη διεκπεραίωση των συμφερόντων συγκεκριμένων πολιτικών καιοικονομικών ελίτ της χώρας με στόχο να διαμορφώσουν και το μελλοντικό σκηνικό της δικής μας ζωής επιβάλλοντας με νύχια και με δόντια τα μνημόνια, ως μοναδική και ρεαλιστική λύση.

Αυτή η συντεχνία, γιατί δεν τους λες δημοσιογράφους, αφού δεν ασκούσαν και δεν ασκούν όπως οφείλουν κριτική και έλεγχο στην κάθε εξουσία, προσπαθούσε από το 2010 να εξουσιάσει τα μυαλά μας. Και το κατάφερε μέχρι ενός σημείου, μας έκανε πλύση εγκεφάλου.

Εδειξαν τα δόντια τους ως «ντόπερμαν» σε κάθε κοινωνική ομάδα. Την ξεφτίλισαν και προσπάθησαν να την απομονώσουν.

Αυτή η «συντεχνία» δεν ακολουθεί κανόνες δεοντολογίας, γιατί δεοντολογία είναι οι κανόνες των επιχειρηματιών που τους υπηρετούν μήπως και κάνουν πολλές αρπαχτές γιατί λόγω απληστίας δεν τους φτάνει μία…

Δε γνωρίζουν λοιπόν τι σημαίνει παραπληροφόρηση. Θεωρούν ότι κάνουν καλά τη δουλειά τους όσο δεν εισπράττουν την άρνηση από τους καθοδηγητές τους. Τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης δεν τις λογαριάζουν. Το πως επιβάλουν τις απόψεις τους το βιώσαμε από την αρχή των μνημονίων… Από τα χείλη των δήθεν έγκυρων και ακριβοπληρωμένων παρουσιαστών εκτοξεύονται εδώ και έξι χρόνια απειλές, φοβίες, του κόσμου τα τέρατα…

Η γόβα δε, που πρωτοστατεί στα πλάνα της δήθεν ενημέρωσης έχει μετατραπεί σεστιλέτο προς τους πολίτες…

Πετούν τα στιλέτα τους με το στόμα, με τα χέρια, με τα πόδια όπως μπορούν λες και βρίσκονται σε τσίρκο και δίνουν την παράστασή τους…Το ότι έχουν ξεπέσει στα μάτια του κόσμου, οι παρουσιαστές και όσοι δημοσιογράφοι ζουν ή θέλουν να ζήσουν σε χρυσά κλουβιά το νιώθουν;

Και κόπτονται για την ελευθερία της έκφρασης λόγω των ποινών που επέβαλε ηΕΣΗΕΑ για το πρόσφατο δημοψήφισμα του Ιουλίου και την προσπάθεια παραπληροφόρησής τους… Και για τα προηγούμενα για την ταφόπλακα της χώρας από τη συνεχιζόμενη κρίση και εξαθλίωση; Δεν θα αναλάβει τις ευθύνες κανείς;

Είμαστε η μόνη χώρα που βιώνει έξι χρόνια τα αποτελέσματα των μνημονίων λόγω και της παραπληροφόρησης των διεκπεραιωτών - ντόπερμαν χωρίς να τιμωρηθεί κανένας και έχουν το θράσος να ζητούν και άφεση αμαρτιών.

Οι διεκπεραιωτές φυσικά και δεν ασκούν κριτική και έλεγχο στις εξουσίες, είναι οι ίδιοι εξουσία και το δείχνουν με απαράδεκτες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές… Όπως η απαίτηση αποκαθήλωσης του καλλιτεχνικού διευθυντή Φαμπρ στον πολύ λίγουπουργό πολιτισμού της χώρας από την ίδια πάλι «συντεχνία δημοσιογράφων» που τελικά υπέκυψε από τα στιλέτα τους και ούτε καν μπόρεσε να στηρίξει την αρχική του άποψη…

Το μόνο που θέλει αυτή η «συντεχία δημοσιογράφων» είναι να εξουσιάζει τα μυαλά μας, αλλά…

ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΙΡΑ…
---
(*) δημοσιογράφος, ιδρυτικό μέλος Συνταγματικής Παρέμβασης των Ελλήνων - ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Ελληνικό: Συνεχίζονται τα παζάρια κυβέρνησης – Λάτση – δημάρχων –

Η «αριστερά» στην κυβέρνηση, η αγορά στην εξουσία


Με την δημοσιοποίηση των απαντήσεων των αρμόδιων υπουργών Σκουρλέτη και Τσακαλώτου σε Ερώτηση 21 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, κατέρρευσαν και οι τελευταίες αυταπάτες: Οι υπουργοί διαβεβαίωσαν ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα νομιμότητας και καλώς υφίσταται η «σύμβαση» μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ που είχε υπογραφεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά. Υπενθυμίζεται ότι, ως αντιπολίτευση, οι σημερινοί υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Τσίπρας έλεγαν ότι αυτή η σύμβαση ήταν σκανδαλώδης, παράνομη και διάτρητη…
 Στημένες Δημοσκοπήσεις
 Τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιεύτηκε δημοσκόπηση για τον Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης,  σύμφωνα με την οποία το 84 % των κατοίκων του πρώην Δήμου Ελληνικού τάσσονται υπέρ της «αξιοποίησης» του πρώην αεροδρομίου και το 7 % κατά. Ακόμη, το 88% των κατοίκων της  Αργυρούπολης τάσσονται υπέρ, ενώ το 5%, κατά. Από τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν προκύπτει τι  θεωρούν οι ερωτηθέντες  ως «αξιοποίηση» του πρώην αεροδρομίου.
Στις  28 Φεβρουαρίου 2016, δημοσιεύτηκε αποκλειστικά στην (κυβερνητική) Αυγή  δημοσκόπηση που έγινε για λογαριασμό του ΤΑΙΠΕΔ (!). Σύμφωνα με αυτή τη δημοσκόπηση, το 43% των ερωτηθέντων συμφωνεί και το 17%  «μάλλον συμφωνεί» με την ιδιωτικοποίηση του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας, το 77% των κατοίκων των όμορων δήμων (Ελληνικού-Αργυρούπολης, Αλίμου, Γλυφάδας) δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν το σχέδιο του «επενδυτή» (Όμιλος Λάτση κλπ) για τα έργα που προβλέπεται να γίνουν στο πρώην αεροδρόμιο και την παραλία του Αγίου Κοσμά. 
Η Σύμβαση μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ  που προβλέπει την παραχώρηση   6.200 στρεμάτων  στο Ελληνικό για 99 χρόνια, υπεγράφη στις 14.11.2014, αλλά μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε τους όρους της παρά μόνο μέσα από κάποιες «δημοσιογραφικές διαρροές». Επισήμως, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί  τα σχέδια  των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων και η χωροθέτησή τους, ούτε  έχει γίνει καμιά δημόσια διαβούλευση, ενώ συνεχίζονται τα  παζάρια με τους δημάρχους της περιοχής.
 Τι προβλέπουν  να χτίσουν
Στο Ποντίκι (10/3) δημοσιοποιούνται κάποια στοιχεία  για την προβλεπόμενη δόμηση στο Ελληνικό και την παραλία του Αγίου Κοσμά: Θα χτιστούν  1.042.000 τ.μ πολυτελείς κατοικίες, 221.000 τ.μ ξενοδοχεία 5 αστέρων, 273.000 τ.μ μεγάλα εμπορικά Κέντρα (Μalls), 280.000  τ.μ κτίρια γραφείων, 15.000 τ.μ Καζίνο, 37.642. τ.μ ρεστοράν, μπαρ, καφετέριες,  20.984 τ.μ Συνεδριακά Κέντρα. Ακόμη, προβλέπονται Νοσοκομεία και Εκπαιδευτήρια (ιδιωτικά, προφανώς). Συνολικά προβλέπεται να χτιστούν 2.893.907 τ.μ , ενώ η επιτρεπόμενη δόμηση επιτρέπεται να φτάσει στα 3.700.000 τ.μ (!). Μια νέα  πόλη δηλαδή, μέσα στην υφιστάμενη. Και κάπου εκεί ανάμεσα, στον «ακάλυπτο χώρο», προβλέπονται 5 ουρανοξύστες  ύψους μέχρι 200 μέτρα και ένα «πάρκο», το οποίο βέβαια δεν θα είναι δημόσιο, αφού όλη η έκταση   θα ανήκει στον «επενδυτή». 
Αυτά λοιπόν τα ωραία σχέδια του Λάτση, υιοθετεί η κυβέρνηση Τσίπρα, εξαναγκασμένη, δήθεν , από το 3ο Μνημόνιο που υπέγραψε. Με επικεφαλής τον Φλαμπουράρη, τον Πιτσιόρλα, την Σπυροπούλου (με «αριστερό» παρελθόν όλοι τους) και με  την συνδρομή κάποιας «Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων», η κυβέρνηση  διαπραγματεύεται την «βελτίωση» των σχεδίων Λάτση, ώστε αύριο να παρουσιαστούν στους ιθαγενείς ως μια ακόμη «επιτυχία» της, ένα ακόμη «success story»…


______________
http://www.inred.gr/i-aristera-stin-kibernisi-i-agora-stin-exousia/

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Antonio Gramsci // Το πρόβλημα της δύναμης

Μαρξιστικά κείμενα

gramsi
Αυτή την στιγμή υπάρχουν δύο εξουσίες στην Ιταλία : Η εξουσία του αστικού κράτους και η εξουσία της εργατικής τάξης. Η δεύτερη τείνει να εκμηδενίσει προοδευτικά την πρώτη. Όσον αφορά το αστικό κράτος  απ ΄ αυτό επιζεί σήμερα μονάχα μια λειτουργία : η λειτουργία της άμυνας δηλαδή να προετοιμάσει στρατό και ένοπλες δυνάμεις που να είναι με το όπλο στο χέρι , έτοιμες να χτυπήσουν μόλις ο αντίπαλος θα τείνει να πάρει μια συγκεκριμένη μορφή και να ενσαρκωθεί σε θεσμούς που θα αρχίζουν να ασκούν την νέα εξουσία.
Η εξουσία της εργατικής τάξης γιγαντώνεται από μέρα σε μέρα και υπάρχει στις απεργίες, στις διαδηλώσεις, στο φόβο των κυβερνώντων, στις σπασμωδικές κινήσεις των κυβερνητικών λειτουργών, στην αγωνία των καπιταλιστών και στο αδιάκοπο και μανιασμένο γάβγισμα των μαντρόσκυλων που φυλάνε τα χρηματοκιβώτια. Η εξουσία της εργατικής τάξης θα μπορούσε αύριο,  ή ακόμη και από σήμερα, να ενσαρκωθεί σε ένα σύστημα Συμβουλίων αν χρειαζότανε  για αυτό μονάχα ο επαναστατικός ενθουσιασμός του προλεταριάτου και η πλειοψηφία του πληθυσμού να βρίσκεται με το μέρος του.
Σήμερα η πάλη ανάμεσα σε αυτές τις δύο εξουσίες, βασίζεται στην ένοπλή και οργανωμένη δύναμη. Το αστικό κράτος επιζεί μόνο και μόνο γιατί έχει στην διάθεσή του ένα κέντρο συντονισμού της στρατιωτικής δύναμης και την ελευθερία της πρωτοβουλίας : έτσι είναι σε θέση να κατευθύνει τα στρατεύματά του και να τα συγκεντρώνει ταχύτατα ενάντια στις επαναστατικές εστίες για να τις καταπνίγει ανάμεσα, μέσα σε ποτάμια αίματος. Αυτό το πρόβλημα συσχετισμού δυνάμεων θα βρει την λύση του στην διαδικασία επαναστατικής ανάπτυξης. Κάθε μέρα καινούργια στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού έρχονται να πάρουν μέρος στο γενικό κίνημα της εθνικής και διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Ο ιταλικός καπιταλισμός έχει τις πιο βαθειές του ρίζες και τις βάσεις της ηγεμονίας του στην βόρεια Ιταλία, στα βιομηχανικά κέντρα της βόρειας Ιταλίας. Η κομμουνιστική  επανάσταση που στην Ιταλία παρουσιάζεται σαν επανάσταση της βιομηχανικής τεχνικής, σαν πρόβλημα εξίσωσης των συνθηκών της αγροτικής εργασίας με τις συνθήκες της βιομηχανικής εργασία, θα έχει το κύριο θέατρό της στο βορρά.
Η τάξη των βιομηχανικών εργατών θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυτό το τεράστιο πρόβλημα που δημιούργησε ο πόλεμος : δηλαδή με το πρόβλημα πως θα καταφέρει να δημιουργήσει έναν κρατικό οργανισμό που να διαθέτει τα μέσα να εκβιομηχανίσει την γεωργία και να πετύχει να φέρει τον αγρότη στις ίδιες συνθήκες δουλειάς με τον εργάτη, για να γίνει δυνατό να ανταλλάσσεται μια ώρα αγροτικής δουλειάς, με μια ώρα βιομηχανικής δουλειάς και για να μην εκμηδενίζεται το προλεταριάτο από την ύπαιθρο κατά την ανταλλαγή εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί σε συνθήκες εργασίας ολότελα διαφορετικές ανάμεσά τους. Αυτό το πρόβλημα, που οι καπιταλιστές βιομήχανοι είναι ανίκανοι να επιλύσουν , και που αν δεν επιλυθεί θα συντρίψει το αστικό κράτος , θα μπορούσε να λυθεί μονάχα από τους εργάτες και από το εργατικό κράτος στην Ιταλία, όπως ακριβώς λύνεται και πάει να λυθεί από το Ρώσικο εργατικό κράτος. Δηλαδή θα επιλυθεί  από τους βιομηχανικούς εργάτες της πόλης που θα γίνουν η κύρια δύναμη της κομμουνιστικής επανάστασης.
Εάν οι εργάτες , που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στις βιομηχανικές πόλεις, πρόκειται να αποτελέσουν το βασικό παράγοντα της κομμουνιστικής επανάστασης , αντίθετα ο βασικός παράγοντας της προεπαναστατικής περιόδου θα είναι οι μάζες των αγροτών. Τα κινήματα των αγροτικών μαζών θα καταστρέψουν οριστικά την εξουσία του αστικού κράτους, καταστρέφοντας της στρατιωτική του δύναμη. Κανένας στρατός δεν θα είναι ικανός να καταπνίξει την εξέγερση στην ύπαιθρο : τα συντάγματα , που φαίνονται ανίκητα όταν τα βλέπουμε συμπαγή μέσα στους δρόμους μιας πόλης , καταντούν γελοία μέσα στην απεραντοσύνη των κάμπων, τα κανόνια , τα μυδράλια και τα φλογοβόλα, που θα θερίζανε τα πλήθη των εργατών στους κλειστούς δρόμους και στις πλατείες, που είναι ολότελα ανεπαρκή μέσα στην απεραντοσύνη των ανοιχτών οριζόντων. Το αστικό κράτος νιώθει τον κίνδυνο που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του με το πέρασμα της υπαίθρου στην επανάσταση.
Από την Απουλία μέχρι τη Νοβάρα και από τη Νοβάρα μέχρι την  Μπρέσια  και το Μπέργκαμο οι αγροτικές μάζες βγαίνουν από τη νάρκη τους και αρχίζουν μια μεγαλειώδη δραστηριότητα.  Το λαϊκό κόμμα σείεται έως τα θεμέλια του μ ΄ αυτές τις γιγάντιες συγκρούσεις :κάτω από την πίεση των φτωχών χωρικών που αγωνίζονται κάτω από τις σημαίες του , η αριστερά πτέρυγα του Λαϊκού κόμματος παίρνει εξτρεμιστικές και επαναστατικές θέσεις. Το αστικό κράτος νιώθει το κίνδυνο και θα ήθελε να εκβιάσει τα γεγονότα στις βιομηχανικές πόλεις , στα καθαρά κομμουνιστικά κέντρα, που θα γίνουν οι μοχλοί της επανάστασης, που  θα της δώσουν ψυχή και σκοπό  και που θα ανασυγκροτήσουν από τα ερείπια μια νέα κοινωνία. Γι’  αυτό αρκεί μια εσωτερική επιτροπή να μετακινήσει λίγο τους δείκτες ενός ρολογιού στο εργοστάσιο για να μετακινηθούν εκατοντάδες άντρες της Βασιλικής φρουράς και καραμπινιέροι και να απειλούν με την συντέλεια του κόσμου.
Η εργατική τάξη οφείλει να είναι σε επιφυλακή , πρέπει να κρατήσει γερά στα επαναστατικά χαρακώματα, μια πειθαρχία που η ουσία της είναι η υπομονή, ο προλεταριακός κριτικός νους κι η εμπιστοσύνη στις δικές της δυνάμεις και στο μέλλον της. Το επαναστατικό προτσές αναπτύσσεται αδυσώπητα καταστρέφοντας το αστικό κράτος και εκμηδενίζοντας την καπιταλιστική εξουσία. Η εργατική τάξη θα θριαμβέψει τελικά. Η εργατική τάξη , με την εθελοντική συμμετοχή της στην επανάσταση , πρέπει να προετοιμαστεί για μια διαρκή νίκη, για μια νίκη για  π ά ν  τ α. Αυτή είναι ο θεματοφύλακας του μέλλοντος , είναι η ζωντανή κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Δεν πρέπει να δώσει την αφορμή να την βγάλουν έξω από το παιχνίδι για πολύ καιρό. Το αστικό κράτος θα χαιρότανε πολύ αν μπορούσε να απομακρύνει τις στρατιές του των μισθοφόρων από τις πόλεις και να τις στείλει ενάντια στους αγρότες, αφού πρώτα θα είχε  τσακίσει τους εργάτες κι έτσι θα είχε εξασφαλίσει τα μετόπισθέν του. Η εργατική τάξη είναι το πιο μορφωμένο πολιτικά τμήμα ολόκληρου του εργαζόμενου λαού. Πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της δύναμης και να καταλάβει ότι μπορεί  να το επιλύσει κατά ένα μεγάλο μέρος με την δράση της μάζας των αγροτών. Η Ρώσικη εργατική τάξη ήξερε να περιμένει από τον Ιούλη μέχρι το Νοέμβρη του 1917. Μέσα σε αυτούς τους μήνες οι Ρώσοι αγρότες καταφέρανε να αναστατώσουν το κράτος του Κερένσκι και τότε οι εργάτες εξαπολύσανε την επίθεσή τους στην εξουσία και την πήρανε στα δυνατά τους χέρια.
Η κανονική ανάπτυξη της επανάστασης θα λύσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα της ένοπλης δύναμης και της επικράτησης της εργατικής τάξης, πάνω στην αστική κρατική εξουσία. Αλλά ένα μέρος αυτού του προβλήματος πρέπει να το λύσει η γενική πολιτική δραστηριότητα του προλεταριάτου και του πολιτικού του κόμματος, του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το αστικό κράτος προσπαθεί να μετατρέψει τον εθνικό στρατό σε μισθοφορικό στρατό… Η Βουλή όμως δεν νοιάζεται για αυτή την δραστηριότητα της κυβέρνησης που είναι έξω από τα όρια της εξουσίας της , καθώς και από τα όρια του συντάγματος. Η βουλή οφείλει να ζητήσει το λόγο από την κυβέρνηση για αυτή της την δραστηριότητα , αν όχι για τίποτα άλλο , τουλάχιστον για να την εξαναγκάσει να αποκαλύψει τις προθέσεις της, και για να δείξει στο φως της μέρας πως λειτουργεί η αστική δικτατορία που αδιαφορεί για τις βασικές συνταγματικές αρχές και που κατευθύνει ολόκληρο το διοικητικό μηχανισμό και όλα, τα οικονομικά της μέσα σε ένα μονάχα σκοπό : Στην άμυνα ενάντια στην πλειοψηφία του πληθυσμού της οποίας ισχυρίζεται πως είναι ο υπέρτατος αντιπρόσωπος και η υπέρτατη εξουσία.
_______________

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Ψηλαφώντας τα «χνάρια του κομμουνισμού» στο σήμερα (συζητώντας με ένα κείμενο του Δημήτρη Μπελαντή), του Παναγιώτη Σωτήρη


Το κείμενο του Δημήτρη Μπελαντή με τίτλο «Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση» (RedNotebook, 25.12.2015) είναι πολύ σημαντικό και αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί. Σπεύδω μάλιστα να πω ότι από τα πολιτικά στελέχη της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς –και ιδίως αυτά που επέλεξαν τη ρήξη με το ΣΥΡΙΖΑ–, λίγα έχουν επιδοθεί σε μια τόσο αναλυτική προσπάθεια κριτικού αναστοχασμού όσο ο Μπελαντής – και αυτό είναι από μόνο του αξιέπαινο. Θα ήθελα, όμως, να κάνω μερικά σχόλια πάνω σε αυτό το κείμενο.
~~~~~~~~~~~

Ο Ισπανικός Εμφύλιος, το ιταλικό μετα-'68 
και ο κομμουνισμός πέρα από την Ευρώπη

Το πρώτο από αυτά αφορά την αποτίμηση ορισμένων στιγμών της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα, αρχής γενομένης από την Ισπανία. Δεν έχω ακόμη πεισθεί ότι ήταν εκεί που παίχτηκε στην κλίμακα που ισχυρίζεται ο Μπελαντής το στοίχημα μιας σύγχρονης εργατικής επανάστασης – και άρα για το συμπέρασμά του ότι η σταλινική επέμβαση του 1937-8 οδήγησε στο να χαθεί μια τόσο μεγάλη ευκαιρία. Σίγουρα, τα πειράματα εργατικού ελέγχου, εργατικής και λαϊκής απαλλοτρίωσης και τα παραδείγματα μορφών ένοπλης λαϊκής εξουσίας που βγήκαν στο προσκήνιο με τον Ισπανικό Εμφύλιο ήταν πολύ σημαντικά. Όμως, ταυτόχρονα, ο ίδιος έφερε στο προσκήνιο μεγάλα και βαθιά αποθέματα συντηρητισμού και καθυστέρησης που συνυπήρχαν με προχωρημένες μορφές ριζοσπαστισμού.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο κύκλο, σωστά ο Μπελαντής εντοπίζει ότι το μεγάλο στοίχημα της Αριστεράς του '68 παίχτηκε στην Ιταλία. Δεν θεωρώ, όμως, ότι κατεξοχήν εκφράστηκε στην πλευρά της ένοπλης πάλης. Η μεγάλη μαζικοποίηση των ένοπλων οργανώσεων, που έγινε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, στην πραγματικότητα συμπύκνωσε την κρίση της επαναστατικής προοπτικής. Η περίοδος, αντίθετα, που διαμορφώθηκαν πραγματικές συνθήκες βαθύτερης ηγεμονικής κρίσης ήταν η περίοδος 1967-73. Πολιτικά αφορούσε τόσο το μεγάλο ρεύμα της μαζικής επαναστατικής Αριστεράς όσο και το πολιτικό και κοινωνικό σύμπαν του ΙΚΚ. Αυτό σημαίνει ότι εκεί όντως η ηγεσία του ΙΚΚ πήρε μια συνειδητά αντεπαναστατική επιλογή με τη γραμμή του «Ιστορικού Συμβιβασμού», την ίδια ώρα, όμως, που η επαναστατική Αριστερά δεν μπόρεσε να δώσει μια εναλλακτική επαναστατική στρατηγική, παρά την εντυπωσιακή μαζικότητα και εργατική και λαϊκή γείωσή της. Σε αυτό το φόντο, η στροφή στο ένοπλο ήταν περισσότερο συμπύκνωση αυτής της κρίσης στρατηγικής, παρά αναμέτρηση με την επαναστατική ρήξη.
Με δεδομένα τα παραπάνω, θα πρόσθετα ότι αξίζει να δούμε ορισμένα πράγματα και έξω από τα ευρωπαϊκά όρια σε ό,τι αφορά τις διαδρομές επαναστατικών κινημάτων. Η Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, υπήρξε πάντοτε ένα αρκετά διαφορετικό εργαστήρι σε σχέση με την Ευρώπη, ενώ εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα και άλλων μαζικών ρευμάτων, όπως η εξαιρετικά αντιφατική διαδρομή των διαφορετικών ρευμάτων του Ινδικού κομμουνιστικού κινήματος.
Για τη μακρά και τη βραχεία διάρκεια της επαναστατικής διαδικασίας
Η δεύτερη «δέσμη» σχολίων πάνω στο κείμενο του Μπελαντή αφορά τη διαλεκτική ανάμεσα στη μακρά και τη σύντομη διάρκεια μέσα στην επαναστατική πολιτική. Είναι γεγονός ότι οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις στον 20ο αιώνα θριάμβευσαν στη σύντομη διάρκεια, στη βαθιά εθνική κρίση και τη διάλυση των κρατικών δομών που έκανε την επαναστατική προοπτική να φαντάζει ως σωτηρία – όπως και ότι ηττήθηκαν όταν προσπάθησαν να βγουν στο προσκήνιο σε συνθήκες σχετικής ομαλοποίησης. Αυτό δεν αναιρεί, ωστόσο, ότι οι λαϊκές εξεγέρσεις, ως συνδυασμός ανάμεσα στη γενική απεργία, την πολιτική ανυπακοή και την ένοπλη δράση, παρέμειναν αποτελεσματικές. Από διαφορετικές διαδρομές και με διαφορετικές καταλήξεις, τόσο η Ιρανική επανάσταση του 1978-79 όσο και η επανάσταση στη Νικαράγουα το 1979 συνδυάζουν αυτά τα στοιχεία. Το πιο βασικό όμως είναι άλλο: Η εμπειρία του 20ου αιώνα δείχνει στην πραγματικότητα ότι η εξεγερτική διάσταση διακυβεύεται, όταν δεν μπορεί να συνδυαστεί με τη «μακρά πορεία» της οικοδόμησης της ηγεμονίας, έστω και εάν αυτή η πορεία εμπεριέχει τον κίνδυνο της ενσωμάτωσης και παθητικοποίησης. Ακόμη και στον «ιδεότυπο» της Ρωσικής Επανάστασης, η όντως έγκαιρη επιλογή της επαναστατικής ρήξης είχε το τίμημα της μη διαμόρφωσης της εργατοαγροτικής συμμαχίας και της παγίωσης, εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου, μιας λογικής «έκτακτης ανάγκης» που προλείανε το έδαφος για την αυταρχική σταλινική εκτροπή. Δεν είναι τυχαίο ότι η «τελευταία μάχη του Λένιν» είναι η πάλη για μια «πολιτιστική επανάσταση» που θα διαμόρφωνε, έστω και των εκ υστέρων, όρους της προλεταριακής ηγεμονίας. Άλλωστε, αυτή η επίγνωση της κεντρικότητας της ηγεμονίας σφράγισε και το έργο του Γκράμσι. Ούτε είναι τυχαίο ότι η νίκη της Κινεζικής Επανάστασης στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό ακριβώς σε αυτή τη διάσταση μιας «Μεγάλης Πορείας» και μια σύνθετης διαδικασίας διαμόρφωσης πραγματικών λαϊκών βάσεων. Αλλά και πιο πρόσφατα, εμπειρίες όπως π.χ. της Βολιβίας αναδεικνύουν αντίστοιχες «μακρές διάρκειες» οικοδόμησης δεσμών με τις μάζες.
Για την εργατική τάξη
Το βασικό μου ερώτημα, ωστόσο, αφορά τον τρόπο που ο Μπελαντής αναζητά την εργατική τάξη ως υποκείμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές από τις παρατηρήσεις του είναι ορθές και εντοπίζουν τις μεταλλαγές και τις μεταλλάξεις της. Όντως: σε αυτό που ορίζουμε ως εργατική τάξη μπορούμε να δούμε και την εξεγερτική διάθεση και την τάση υποταγής και συμμόρφωσης, σε μια διαλεκτική σχέση με τις μορφές πολιτικής οργάνωσης. Όμως, ακόμη και έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να μείνουμε στην αναζήτηση ενός «υποκειμένου» ή να συζητάμε διαρκώς «πού είναι η τάξη», εάν είναι διευρυμένη, εάν έχει συνείδηση για τον εαυτό της, εάν συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της κ.ο.κ.
Αυτό, παρά τις διαβεβαιώσεις του Μπελαντή για το αντίθετο, μπορεί να μας ξαναφέρει σε μια αντίληψη του τρόπου παραγωγής ως πεδίου όπου συναντιούνται τάξεις που γενικά υπάρχουν ούτως ή άλλως. Θα τολμούσα να πως ότι, με μια έννοια, γενικά και αφηρημένα δεν υπάρχουν τάξεις – δεν υπάρχουν, δηλαδή, έξω από τις κοινωνικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές στην ατέρμονη αναπαραγωγή τους, που είναι πάντα σε τελική ανάλυση ενδεχομενική και διακυβευόμενη. Με αυτή την έννοια, δεν παράγουν η αστική τάξη και το προλεταριάτο τον καπιταλισμό. Αντίθετα, η επέκταση, γενίκευση και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ως ένα σύνολο από μυριάδες «ενικές» πρακτικές που καταλήγουν στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης) γεννούν τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό ως ανταγωνιστικά όρια πρακτικών και αντιστάσεων – όπως γεννούν και συσσωματώσεις φορέων που πολώνονται ανταγωνιστικά γύρω από τις συγκρουσιακές εκμεταλλευτικές σχέσεις. Οι δε ταξικές ταυτότητες παράγονται πάντα μέσα σε συγκεκριμένες ιστορίες και συγκεφαλαιώνουν πληθυντικά χαρακτηριστικά.
Το σύνολο των φορέων που πολώνονται προς τις πρακτικές του συλλογικού εργαζόμενου της καπιταλιστικής παραγωγής είναι ούτως ή άλλως αντιφατικό: είναι πολωμένο στο εσωτερικό του, έχει ιεραρχίες, έμφυλους καταμερισμούς, επηρεάζεται από κάθε λογής πολιτισμικές παραδόσεις και ιδεολογικές κατασκευές (θρησκευτικές, εθνοτικές, ρατσιστικές) και περιλαμβάνει ένα πλήθος ενικούς προσδιορισμούς και ιδιαίτερες ιστορίες. Αυτό σημαίνει ότι δεν ισχύουν απλουστευτικά σχήματα για το πώς αναπαράγονται σχέσεις και πρακτικές στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει π.χ. απριόρι κάποια συνθήκη που εγγυάται ότι όσο πιο χαμηλά στον καταμερισμό εργασίας είναι ένα τμήμα των προλεταριακών μαζών τόσο περισσότερο ριζοσπαστικοποιείται. Μπορεί να ισχύει και το αντίθετο. Η ριζοσπαστικοποίηση π.χ. του εργάτη-μάζα είχε να κάνει και με ιστορικές/πολιτικές παραδόσεις και παρεμβάσεις (για παράδειγμα την αναπαραγωγή στοιχείων εργατικού διαφωτισμού ακόμη και στα μεταπολεμικά ρεφορμιστικά κόμματα) που οδήγησαν σε αυτήν και όχι απλώς με την αντικειμενική συνθήκη.
Η εμφάνιση της δυνατότητας οι δυνάμεις της εργασίας να βγουν αυτόνομα στο προσκήνιο δεν έχει ποτέ σχέση μόνο με τις αντικειμενικές τάσεις του τρόπου παραγωγής αλλά και με τον πολιτικό επικαθορισμό. Αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που οι δύο καθοριστικές πολιτικές μορφές της νεωτερικότητας, ο λαός και το έθνος, έχουν την καταστατική ιδιότητα να συγκαλύπτουν/ αποκαλύπτουν τον ταξικό ανταγωνισμό. Αναγνωρίζουν τις υποτελείς τάξεις και θέλουν να τις διατηρήσουν στην υποτέλειά τους. Η διακύβευση του ποιος είναι ο λαός και τι θέλει, δεν έχει να κάνει απλώς με σημαίνοντα που αναμένουν τα σημαινόμενα, κατά το σχήμα του Λακλάου, αλλά με κάτι βαθύτερο: με το εγγενές τραύμα/χάσμα που φέρνει ο ταξικός ανταγωνισμός στην καρδιά του συλλογικού πολιτικού σώματος. Ανήκουμε όλες/οι στο λαό/έθνος, αλλά δεν μας ανήκουν εξίσου οι κοινωνικές παραγωγικές δυνατότητές του ούτε έχουμε τον ίδιο λόγο στην πολιτική διαδικασία του. Όντως, έχει δίκιο ο Μπελαντής όταν υπενθυμίζει ότι ο αστικός κοινοβουλευτισμός είναι καθαυτός ένας ιδιαίτερα ισχυρός ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους. Μόνο που υπάρχει πάντα και μια λαϊκή «πληβειακή» δημοκρατική ενόρμηση που, εκτός των άλλων, εξηγεί το τρέχον αστικό «μίσος για τη δημοκρατία», ενίοτε ακόμη και για τυπικές μορφές της λαϊκής κυριαρχίας.
Επιπλέον, η σύγχρονη οντολογία της εργασίας δεν περιλαμβάνει μόνο τη διάλυση των παραδοσιακών συσσωματώσεων της εργατικής τάξης, αλλά και την εμφάνιση νέων μορφών, καθώς και τη διαμόρφωση κοινών ταυτοτήτων· η χρήση των τεχνολογιών της επικοινωνίας είναι ενδεικτική. Άλλωστε, πάντα η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης έχει μια διαλεκτική «συγκέντρωσης/ διάλυσης». Ας μην ξεχνάμε ότι συχνά αυτό που εμείς λέμε παραδοσιακοί χώροι συγκέντρωσης της εργατικής ταυτότητας ήταν ταυτόχρονα και χώροι διάλυσης προηγούμενων ισχυρών τοπικών, κοινοτικών, εθνοτικών δεσμών (βλ. την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση στον 20ο αιώνα). Αντίστοιχα, η διάλυση παραδοσιακών συγκεντρώσεων, η ακραία ελαστικοποίηση και επισφάλεια ή οι νέες μορφές εκμετάλλευσης δεν αναιρούν την αναπαραγωγή πρακτικών αλληλεγγύης και αντίστασης. Όση γοητεία και εάν έχουν οι αναλογίες του Αγκάμπεν, στην πραγματικότητα homines sacri, με την έννοια απόλυτων θυμάτων της βαναυσότητας χωρίς αντίσταση, δεν υπάρχουν: οι πρακτικές οργάνωσης και αλληλεγγύης των προσφύγων και των μεταναστών έχουν πολλά να δείξουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ούτε πρέπει να υποτιμούμε την ενοποιητική διάσταση που έχει η αντίθεση προς τον «πλούτο» ή την «εξουσία», με τον τρόπο που σήμερα φαντάζουν ως κάτι το ιδιαίτερα εχθρικό στα μάτια της πλειοψηφίας των σύγχρονων κοινωνιών.
Από την άλλη, όντως οι σύγχρονες ροές προσφύγων και μεταναστών διαμορφώνουν μια πρόκληση για την ενότητα των δυνάμεων της εργασίας, κύρια εξαιτίας της συνειδητής επιλογής των αστικών δυνάμεων να μην προσφέρουν δυνατότητες ενσωμάτωσης στο «πολιτικό σώμα», σε αντίθεση με τα κύματα μετανάστευσης προηγούμενων εποχών. Και αυτό δίνει μια στρατηγική διάσταση στην πάλη για τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων σήμερα, αλλά και θέτει την πρόκληση της διαμόρφωσης σύγχρονων «μετα-εθνικών» μορφών λαϊκής ενότητας.
Σε κάθε περίπτωση, και αφήνοντας κατά μέρος την συζήτηση για τα όρια της εργατικής τάξης και τις συμμαχίες, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σύγχρονων κοινωνιών αποτελείται από ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξαρτώνται από την άμεση ή έμμεση πώληση της εργατικής τους δύναμης για να ζήσουν. Όντως, αυτή η ευρύτερη συμμαχία μπορεί να (αυτο)αναγνωρίζεται περισσότερο ως «λαός» ή ως οι «από κάτω» ή το «99%», παρά γύρω από παραλλαγές ιστορικών προλεταριακών ταυτοτήτων. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι «οντολογικά» οι υλικοί όροι αυτών των ανθρώπων ορίζονται γύρω από μια ταξική διαίρεση που αφορά τον πυρήνα του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτό είναι κάτι που έχει αποτυπωθεί και στον πρόσφατο κύκλο «δημοκρατικών εξεγέρσεων», από το 2011 και μετά, παρά την τραγική συχνά πολιτική αντιφατικότητά τους (κύρια εξαιτίας της αδυναμίας τους να έχουν μια αυτοτελή «πολιτική μετάφραση»).
Εργατική τάξη και εργατικός πολιτισμός
Ο Μπελάντής έχει δίκιο πάνω στο θέμα του αυτόνομου εργατικού πολιτισμού. Μόνο που πρέπει να αποφύγουμε να εντοπίζουμε μια τραγική τάση ενσωμάτωσης και κομφορμισμού στην κυρίαρχη κουλτούρα, όπως π.χ. έκαναν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ στη δεκαετία του 1940, μην μπορώντας να αντιληφθούν την εγγενή αντιφατικότητά της: το ροκ, κατεξοχήν πολιτιστικό υβρίδιο από την εμπορική ενσωμάτωση / διαστροφή λαϊκών παραδόσεων, ήταν εξίσου σημαντικό για το κίνημα του 1968 με την ανακάλυψη εκ νέου του Μαρξ. Μορφές εργατικής κουλτούρας αναδύονται όπως και μορφές εργατικού διαφωτισμού σε μοριακό επίπεδο και εδώ είναι από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ως προς το εάν τα βλέπουμε και εάν προσπαθούμε να τα γενικεύσουμε (από το ελεύθερο λογισμικό έως τις ψηφιακές κοινότητες, την κόντρα για τα «κοινά» στο διαδίκτυο κ.λπ. έως τον τρόπο που λειτουργούν νεανικές / λαϊκές κουλτούρες – όπως π.χ. το ραπ στην Ευρώπη ή άλλα ανάλογα παραδείγματα). Όπως επίσης αναπαράγονται «χνάρια του κομμουνισμού» σε διάφορες συλλογικές πρακτικές σήμερα, αντίστασης, συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Ο Γκράμσι πάντα τόνιζε τη σημασία των μοριακών μεταλλαγών και μετατοπίσεων στο πλαίσιο της «παθητικής επανάστασης» ως βασικής αστικής στρατηγικής (αποσυσπείρωση, αποδιάρθρωση, εξατομίκευση). Όμως, αντίστοιχη βαρύτητα πρέπει να δώσουμε και εμείς στη διαρκή αναπαραγωγή σε «μοριακό επίπεδο» και της ανταγωνιστικής τάσης, των κάθε λογής «μειονοτικών γίγνεσθαι», για να δανειστούμε την έκφραση του Ντελέζ.
Οι μοριακές πρακτικές έχουν όντως την τάση να φαντάζουν «αόρατες» ή να επισκιάζονται από άλλες. Κατά συνέπεια, ο Μπελαντής ορθά εντοπίζει ότι πρέπει να μας απασχολήσει η έλξη του ένοπλου τζιχαντισμού ως σύμπτωμα κρίσης του Διαφωτισμού. Όμως, στην πραγματικότητα, η απήχηση της επίκλησης της σφαγής και θυσίας στο όνομα της φαντασιακής Ούμμα, της κοινότητας των πιστών, συμπυκνώνει την καθοριστική απουσία ή μη επεξεργασία ενός αντίπαλου χειραφετητικού προτάγματος στράτευσης – όχι την καταστατική αδυνατότητά του.
Εδώ ακριβώς είναι που αναδεικνύεται η σημασία του κόμματος αλλά και το πρόβλημα με τις μορφές συγκρότησής του σήμερα. Στην πραγματικότητα είτε μιλάμε για την προσπάθεια, συνήθως αποτυχημένη, επανάληψης του «κόμματος νέου τύπου», με παραλλαγές «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» που συνήθως οδηγούν σε αλλεπάλληλες διασπάσεις, είτε για τις παραλλαγές μετώπου (συνήθως εκλογικού), αυτό που βλέπουμε είναι μια ιδιότυπη εξωτερικότητα προς τις πρακτικές των ίδιων των μαζών που καλούνται να τα στηρίξουν αλλά και απουσία μιας ηγεμονικής διάστασης. Απουσιάζει και το ρίζωμα στις ίδιες τις πρακτικές, τις συλλογικές μορφές, τα δίκτυα, τις μορφές δημοκρατίας του αγώνα, που αναδύονται, αλλά και εκείνη η προσπάθεια να λειτουργήσουν ως εργαστήρια στρατηγικής και νέας μαζικής πολιτικής διανοητικότητας, να ενοποιήσουν τις μοριακές πρακτικές και να τις μπολιάσουν με πλευρές μιας σύγχρονης κομμουνιστικής κατεύθυνσης. «Ρεφορμιστικές» και «επαναστατικές» απόψεις ανακυκλώνουν, σε μεγάλο βαθμό, τις παραδοσιακές αφετηρίες τους, χωρίς διάλογο με τις νέες πραγματικότητες, χωρίς να γίνονται ποτέ αφηγήσεις. Γι’ αυτό και είναι επιτακτικό να ανοίξει πραγματική η κουβέντα για το ποιες μορφές οργάνωσης χρειαζόμαστε σήμερα, «κομματικές» αλλά και «μετωπικές».
Αντί λοιπόν να ψάχνουμε για την «τάξη», ας ψάξουμε για σχέσεις, ανταγωνισμούς, συλλογικές πρακτικές, νέες μορφές διανοητικότητας, νέες «καλές συναντήσεις» - και ας δούμε πώς, δι' αυτών, μπορούν να γίνουν (αντι)ηγεμονικά σχέδια. Τότε ίσως αντιληφθούμε και πώς μπορούμε να έχουμε και τα συλλογικά υποκείμενα που θα χαράξουν σύγχρονους επαναστατικούς δρόμους. Αντιστρέφοντας τη φράση του Ρομαίν Ρολάν που τόσο αγαπούσε ο Γκράμσι, απέναντι στον πεσιμισμό της βούλησης από το βάρος των ηττών, χρειαζόμαστε σήμερα μια ορισμένη αισιοδοξία της νόησης: μια επίμονη διανοητική και πρακτική προσπάθεια να ξαναψηλαφίσουμε ίχνη χειραφετητικών πρακτικών και σχέσεων στο σημερινό πεδίο. Μια εμπιστοσύνη στο ότι η πραγματικότητα ενίοτε έχει περισσότερη επινοητικότητα από τη σκέψη μας.
_______________