* μαρξιστικά κείμενα, στοχασμοί, απόψεις, για τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα * αναλύσεις * ιδέες * και ότι έχει σχέση με τον άνθρωπο σήμερα...
Γ. Βήχας: «Να ακουστεί η φωνή τριών εκατομμυρίων ανασφάλιστων συμπολιτών μας στην καρδιά της Ευρώπης»
"Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη. Νίκος Μπελογιάννης

..........Ανατροπή του καπιταλισμού και όχι διαχείριση...

"η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια συμφωνία γενικά. έχει ανάγκη από μια έξοδο από τα αδιέξοδα των μνημονίων, από μια σύνθετη πολιτική διεξόδου και αναγέννησης σε όλους τους τομείς, παραγωγικής και πνευματικής – κοινωνικής, εθνικής ανασυγκρότησης, που δεν μπορεί να γίνει μέσα από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και τους όρκους πίστης στις συνθήκες της ε.ε., χωρίς έναν σταθερό προσανατολισμό για μια νέα θέση της χώρας στον γεωπολιτικό άξονα. [ο δρόμος της αριστεράς]

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Ο ενδοτισμός είναι μονόδρομος;

 του Γιάννη  Ραχιώτη, δικηγόρου
 από την εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς».




Η κα Κατριβάνου καταψηφίζοντας στη Βουλή μερικά άρθρα του πακέτου των νέων μέτρων που επέβαλαν οι δανειστές, υπέβαλε την παραίτησή της γιατί, όπως δήλωσε, ενώ διαφωνεί με την κυβερνητική πολιτική δεν βλέπει εναλλακτική λύση. Στην ίδια συζήτηση, διάφοροι υπουργοί ισχυρίστηκαν επίσης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση πέρα από την ενδοτικότητα στους δανειστές. Περιορίστηκαν να προβάλλουν ως άλλοθι ότι πριν προσκυνήσουν... είχαν διαπραγματευθεί δυναμικά.
Στο δυναμισμό περιλαμβάνουν μάλλον και τη συμφωνία της 20/2/15, την ανάδειξη δεξιού Προέδρου Δημοκρατίας και τη συγκρότηση υπουργικού συμβουλίου κατά πλειοψηφία με στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της δεξιάς. Μετά απ’ αυτά θεωρούν ότι νομιμοποιούνται να ψηφίζουν ό,τι τους βάζουν μπροστά τους με αντάλλαγμα την υπουργική αποζημίωση. Οι Τσίπρας, Παππάς, Μητσοτάκης, με απείρως μεγαλύτερη θρασύτητα, αναλώθηκαν σε ευφυολογήματα και επικοινωνιακούς διαξιφισμούς, θεωρώντας εκ προοιμίου τα μέτρα μονόδρομο και φυσικά ωφέλιμα για τους ίδιους, αφού με την ψήφισή τους εξασφαλίζουν την ανοχή των Δυτικών επικυρίαρχων.

Στο πρόσφατο παρελθόν πολιτικοί με ασύγκριτα σημαντικότερη διαδρομή από το θλιβερό πολιτικό μας προσωπικό, σκέφτηκαν τον ενδοτισμό σαν σωτηρία, αλλά δεν τους βγήκε σε καλό.

Ο Μιλόσεβιτς πριν πεθάνει από έλλειψη περίθαλψης σε κάποια ολλανδική φυλακή, επέβαλε στο λαό του τη συνθήκη του Ντέιτον που μετέτρεψε τη Βοσνία στο πρώτο επίσημο προτεκτοράτο της Δύσης μετά το 20 Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Καντάφι τα τελευταία χρόνια πριν λιντσαριστεί σε κάποιο δρόμο της Σύρτης, πλήρωνε όποια αποζημίωση του ζητούσαν οι Δυτικοί, υπέγραφε όποια συμφωνία του έβαζαν μπροστά του και εκλιπαρούσε να τον θεωρήσουν σύμμαχο.

Ο Σαντάμ, πριν καταλήξει στην κρεμάλα, επί μια 10ετία αποδεχόταν κάθε ταπεινωτικό έλεγχο, κάθε εξευτελισμό από τους Δυτικούς, εκλιπαρούσε για διαπραγματεύσεις και για να τον αφήσουν να υπάρξει με οποιοδήποτε τίμημα.

Ο Μόρσι, ο πρώτος εκλεγμένος ηγέτης της Αίγυπτου, πριν καταλήξει στη φυλακή, προσπάθησε με κάθε τρόπο να εξευμενίσει τους Αμερικανούς, σε βάρος των συμφερόντων του λαού του και ολόκληρου του αραβικού κόσμου, κρατώντας κλειστό το πέρασμα της Ράφα, σιωπώντας για την Παλαιστίνη, αφήνοντας ανέπαφες τις απόλυτα ελεγχόμενες από τους αμερικανοϊσραλινούς δομές του στρατού.

Η Ντίλμα Ρούσεφ, πριν καταλήξει καθαιρεμένη και κατηγορούμενη σε δίκη οπερέτα, επί χρόνια εφάρμοσε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, σε αντίθεση με την ιστορία της, την κοινωνική βάση του κόμματός της και τις υποσχέσεις της, προσπαθώντας μάταια να εξευμενίσει τις ντόπιες και τη διεθνή ελίτ.

Ακολουθώντας την ακριβώς αντίθετη πολιτική, η Κούβα κρατάει πάνω από 55 χρόνια και η Συρία αντέχει πάνω από 5 χρόνια σε συνθήκες που οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση θα είχε εξαερωθεί.
Είναι διαφορετικό το ζήτημα ότι πολλοί καλόπιστοι άνθρωποι πιστεύουν ότι αν απομακρυνθούμε από το καθεστώς υποτέλειας θα έχουμε χειρότερη τύχη ακόμη και από τον σημερινό εξευτελισμό και τη διάλυση.
Η διεθνής συγκυρία είναι πράγματι επικίνδυνη. Η επιθετικότητα της Δύσης που κλιμακώθηκε σε ψυχρό πόλεμο από τη διοίκηση Ομπάμα αναμένεται να επιδεινωθεί υπό την Κλίντον ή τον Τραμπ.
Ενθαρρυμένοι από τις επιτυχίες τους απέναντι σε σειρά μικρών κρατών, με ακλόνητη εμπιστοσύνη στη στρατιωτική τους υπεροχή, υποβάλλουν σε μείζονες προκλήσεις ταυτοχρόνως την Κίνα και τη Ρωσία: Το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό παραβιάζει προκλητικά τα χωρικά ύδατα της Κίνας και η αντιπυραυλική ασπίδα στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας ήδη λειτουργεί με στόχο να μετατρέψει τη Ρωσία από παγκόσμια, σε τοπική πυρηνική δύναμη.
Το πολεμικό ναυτικό του ΝΑΤΟ, με τη συναίνεση του Τσίπρα, απέκτησε πλήρη έλεγχο του διάπλου του Αιγαίου και πλέον προετοιμάζεται ανοιχτά η αποστολή ΝΑΤΟΪκών πολεμικών στη Μαύρη Θάλασσα κατά παράβαση της συνθήκης του Μοντρέ. Αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις είναι πλέον προωθημένες σε όλο το μήκος των δυτικών συνόρων της Ρωσίας-Λευκορωσίας, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από μεγάλες ρωσικές πόλεις.
Η απειλή πολέμου είναι περισσότερο από σαφής. Επιδιώκουν φανερά να παγιδεύσουν και τις δύο μεγάλες χώρες, είτε σε μια ταπεινωτική στρατιωτική ήττα είτε, μέσω της στρατηγικής της έντασης και της οικονομικής πίεσης, σε κατάρρευση των πολιτικών τους συστημάτων και τοποθέτηση ελεγχόμενων κυβερνήσεων-μαριονετών τύπου Γέλτσιν. Αν θα το πετύχουν είναι άλλη, καθόλου βέβαιη, ιστορία.

Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου έχει εμπλέξει τη χώρα σε όσα Δυτικά επιθετικά σχέδια της ζητήθηκε: Στην παρακώλυση της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο, στη συμμαχία με το Ισραήλ, στη στήριξη του δικτάτορα της Αιγύπτου, στον TAP. Πρόσφατα προχώρησε σε μια ιταμή πρόκληση σε βάρος της Ρωσίας με τη σύλληψη και κράτηση για μερικές ώρες στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης γνωστότατου (και στην Ελλάδα) συμβούλου του προέδρου Πούτιν με το χωροφυλακίστικο πρόσχημα της... εξακρίβωσης στοιχείων. Το modus operandi είναι καθαρά αμερικανικό, χρησιμοποιείται επανειλημμένα εναντίον αξιωματούχων χωρών που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ταπεινώσουν.

Ο ενδοτισμός όμως μπορεί να είναι όντως μονόδρομος για την επιβίωση του πολιτικού συστήματος ως αχυρανθρώπων της Δύσης, αλλά ούτε ωφέλιμος είναι ούτε μονόδρομος. Οι χώρες ουραγοί των ιμπεριαλιστικών τυχοδιωκτισμών παραδοσιακά, στο πρώτο γύρισμα της κατάστασης, πληρώνουν τον βαρύτερο λογαριασμό. Ακόμη και η διατήρηση της κρατικής μας υπόστασης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Τα διδάγματα της μικρασιατικής και της κυπριακής τραγωδίας, καλό θα ήταν να μην ξεχαστούν. Και στις δύο περιπτώσεις είχαμε «κυβερνήσεις» δουλικές στις ξένες δυνάμεις, που πίστευαν ότι διασφαλίζουν τη σταθερότητά τους λειτουργώντας ως μακρύ χέρι των αφεντικών τους.

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.
Ο δρόμος που σήμερα φαίνεται δυσκολότερος, με περισσότερο ρίσκο από την «ασφάλεια» της υποτέλειας, αυτός της ανεξαρτησίας, της αποπροτεκτορατοποίησης και της δημιουργίας ενός κυρίαρχου κράτους, είναι ο μόνος που παρέχει εγγυήσεις συλλογικής επιβίωσης στη θύελλα που έρχεται.
Ήδη περπατιέται από ένα σημαντικό αριθμό χωρών με μικρότερες παραγωγικές δυνατότητες και σε πιο αντίξοες συνθήκες από εμάς.

Διαβάστε από την ίδια εφημερίδα: 


________________

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

... δημοσιογράφοι ως διεκπεραιωτές - ντόπερμαν ...

Τα μυαλά τους και μια λίρα



Της Δήμητρας Σωτηριάδου*

Από το 2010, το τοπίο των ΜΜΕ ξεκαθάρισε, όταν μια «συντεχνία δημοσιογράφων»επέλεξε τη διεκπεραίωση των συμφερόντων συγκεκριμένων πολιτικών καιοικονομικών ελίτ της χώρας με στόχο να διαμορφώσουν και το μελλοντικό σκηνικό της δικής μας ζωής επιβάλλοντας με νύχια και με δόντια τα μνημόνια, ως μοναδική και ρεαλιστική λύση.

Αυτή η συντεχνία, γιατί δεν τους λες δημοσιογράφους, αφού δεν ασκούσαν και δεν ασκούν όπως οφείλουν κριτική και έλεγχο στην κάθε εξουσία, προσπαθούσε από το 2010 να εξουσιάσει τα μυαλά μας. Και το κατάφερε μέχρι ενός σημείου, μας έκανε πλύση εγκεφάλου.

Εδειξαν τα δόντια τους ως «ντόπερμαν» σε κάθε κοινωνική ομάδα. Την ξεφτίλισαν και προσπάθησαν να την απομονώσουν.

Αυτή η «συντεχνία» δεν ακολουθεί κανόνες δεοντολογίας, γιατί δεοντολογία είναι οι κανόνες των επιχειρηματιών που τους υπηρετούν μήπως και κάνουν πολλές αρπαχτές γιατί λόγω απληστίας δεν τους φτάνει μία…

Δε γνωρίζουν λοιπόν τι σημαίνει παραπληροφόρηση. Θεωρούν ότι κάνουν καλά τη δουλειά τους όσο δεν εισπράττουν την άρνηση από τους καθοδηγητές τους. Τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης δεν τις λογαριάζουν. Το πως επιβάλουν τις απόψεις τους το βιώσαμε από την αρχή των μνημονίων… Από τα χείλη των δήθεν έγκυρων και ακριβοπληρωμένων παρουσιαστών εκτοξεύονται εδώ και έξι χρόνια απειλές, φοβίες, του κόσμου τα τέρατα…

Η γόβα δε, που πρωτοστατεί στα πλάνα της δήθεν ενημέρωσης έχει μετατραπεί σεστιλέτο προς τους πολίτες…

Πετούν τα στιλέτα τους με το στόμα, με τα χέρια, με τα πόδια όπως μπορούν λες και βρίσκονται σε τσίρκο και δίνουν την παράστασή τους…Το ότι έχουν ξεπέσει στα μάτια του κόσμου, οι παρουσιαστές και όσοι δημοσιογράφοι ζουν ή θέλουν να ζήσουν σε χρυσά κλουβιά το νιώθουν;

Και κόπτονται για την ελευθερία της έκφρασης λόγω των ποινών που επέβαλε ηΕΣΗΕΑ για το πρόσφατο δημοψήφισμα του Ιουλίου και την προσπάθεια παραπληροφόρησής τους… Και για τα προηγούμενα για την ταφόπλακα της χώρας από τη συνεχιζόμενη κρίση και εξαθλίωση; Δεν θα αναλάβει τις ευθύνες κανείς;

Είμαστε η μόνη χώρα που βιώνει έξι χρόνια τα αποτελέσματα των μνημονίων λόγω και της παραπληροφόρησης των διεκπεραιωτών - ντόπερμαν χωρίς να τιμωρηθεί κανένας και έχουν το θράσος να ζητούν και άφεση αμαρτιών.

Οι διεκπεραιωτές φυσικά και δεν ασκούν κριτική και έλεγχο στις εξουσίες, είναι οι ίδιοι εξουσία και το δείχνουν με απαράδεκτες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές… Όπως η απαίτηση αποκαθήλωσης του καλλιτεχνικού διευθυντή Φαμπρ στον πολύ λίγουπουργό πολιτισμού της χώρας από την ίδια πάλι «συντεχνία δημοσιογράφων» που τελικά υπέκυψε από τα στιλέτα τους και ούτε καν μπόρεσε να στηρίξει την αρχική του άποψη…

Το μόνο που θέλει αυτή η «συντεχία δημοσιογράφων» είναι να εξουσιάζει τα μυαλά μας, αλλά…

ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΙΡΑ…
---
(*) δημοσιογράφος, ιδρυτικό μέλος Συνταγματικής Παρέμβασης των Ελλήνων - ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Ελληνικό: Συνεχίζονται τα παζάρια κυβέρνησης – Λάτση – δημάρχων –

Η «αριστερά» στην κυβέρνηση, η αγορά στην εξουσία


Με την δημοσιοποίηση των απαντήσεων των αρμόδιων υπουργών Σκουρλέτη και Τσακαλώτου σε Ερώτηση 21 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, κατέρρευσαν και οι τελευταίες αυταπάτες: Οι υπουργοί διαβεβαίωσαν ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα νομιμότητας και καλώς υφίσταται η «σύμβαση» μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ που είχε υπογραφεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά. Υπενθυμίζεται ότι, ως αντιπολίτευση, οι σημερινοί υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Τσίπρας έλεγαν ότι αυτή η σύμβαση ήταν σκανδαλώδης, παράνομη και διάτρητη…
 Στημένες Δημοσκοπήσεις
 Τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιεύτηκε δημοσκόπηση για τον Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης,  σύμφωνα με την οποία το 84 % των κατοίκων του πρώην Δήμου Ελληνικού τάσσονται υπέρ της «αξιοποίησης» του πρώην αεροδρομίου και το 7 % κατά. Ακόμη, το 88% των κατοίκων της  Αργυρούπολης τάσσονται υπέρ, ενώ το 5%, κατά. Από τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν προκύπτει τι  θεωρούν οι ερωτηθέντες  ως «αξιοποίηση» του πρώην αεροδρομίου.
Στις  28 Φεβρουαρίου 2016, δημοσιεύτηκε αποκλειστικά στην (κυβερνητική) Αυγή  δημοσκόπηση που έγινε για λογαριασμό του ΤΑΙΠΕΔ (!). Σύμφωνα με αυτή τη δημοσκόπηση, το 43% των ερωτηθέντων συμφωνεί και το 17%  «μάλλον συμφωνεί» με την ιδιωτικοποίηση του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας, το 77% των κατοίκων των όμορων δήμων (Ελληνικού-Αργυρούπολης, Αλίμου, Γλυφάδας) δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν το σχέδιο του «επενδυτή» (Όμιλος Λάτση κλπ) για τα έργα που προβλέπεται να γίνουν στο πρώην αεροδρόμιο και την παραλία του Αγίου Κοσμά. 
Η Σύμβαση μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ  που προβλέπει την παραχώρηση   6.200 στρεμάτων  στο Ελληνικό για 99 χρόνια, υπεγράφη στις 14.11.2014, αλλά μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε τους όρους της παρά μόνο μέσα από κάποιες «δημοσιογραφικές διαρροές». Επισήμως, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί  τα σχέδια  των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων και η χωροθέτησή τους, ούτε  έχει γίνει καμιά δημόσια διαβούλευση, ενώ συνεχίζονται τα  παζάρια με τους δημάρχους της περιοχής.
 Τι προβλέπουν  να χτίσουν
Στο Ποντίκι (10/3) δημοσιοποιούνται κάποια στοιχεία  για την προβλεπόμενη δόμηση στο Ελληνικό και την παραλία του Αγίου Κοσμά: Θα χτιστούν  1.042.000 τ.μ πολυτελείς κατοικίες, 221.000 τ.μ ξενοδοχεία 5 αστέρων, 273.000 τ.μ μεγάλα εμπορικά Κέντρα (Μalls), 280.000  τ.μ κτίρια γραφείων, 15.000 τ.μ Καζίνο, 37.642. τ.μ ρεστοράν, μπαρ, καφετέριες,  20.984 τ.μ Συνεδριακά Κέντρα. Ακόμη, προβλέπονται Νοσοκομεία και Εκπαιδευτήρια (ιδιωτικά, προφανώς). Συνολικά προβλέπεται να χτιστούν 2.893.907 τ.μ , ενώ η επιτρεπόμενη δόμηση επιτρέπεται να φτάσει στα 3.700.000 τ.μ (!). Μια νέα  πόλη δηλαδή, μέσα στην υφιστάμενη. Και κάπου εκεί ανάμεσα, στον «ακάλυπτο χώρο», προβλέπονται 5 ουρανοξύστες  ύψους μέχρι 200 μέτρα και ένα «πάρκο», το οποίο βέβαια δεν θα είναι δημόσιο, αφού όλη η έκταση   θα ανήκει στον «επενδυτή». 
Αυτά λοιπόν τα ωραία σχέδια του Λάτση, υιοθετεί η κυβέρνηση Τσίπρα, εξαναγκασμένη, δήθεν , από το 3ο Μνημόνιο που υπέγραψε. Με επικεφαλής τον Φλαμπουράρη, τον Πιτσιόρλα, την Σπυροπούλου (με «αριστερό» παρελθόν όλοι τους) και με  την συνδρομή κάποιας «Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων», η κυβέρνηση  διαπραγματεύεται την «βελτίωση» των σχεδίων Λάτση, ώστε αύριο να παρουσιαστούν στους ιθαγενείς ως μια ακόμη «επιτυχία» της, ένα ακόμη «success story»…


______________
http://www.inred.gr/i-aristera-stin-kibernisi-i-agora-stin-exousia/

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Antonio Gramsci // Το πρόβλημα της δύναμης

Μαρξιστικά κείμενα

gramsi
Αυτή την στιγμή υπάρχουν δύο εξουσίες στην Ιταλία : Η εξουσία του αστικού κράτους και η εξουσία της εργατικής τάξης. Η δεύτερη τείνει να εκμηδενίσει προοδευτικά την πρώτη. Όσον αφορά το αστικό κράτος  απ ΄ αυτό επιζεί σήμερα μονάχα μια λειτουργία : η λειτουργία της άμυνας δηλαδή να προετοιμάσει στρατό και ένοπλες δυνάμεις που να είναι με το όπλο στο χέρι , έτοιμες να χτυπήσουν μόλις ο αντίπαλος θα τείνει να πάρει μια συγκεκριμένη μορφή και να ενσαρκωθεί σε θεσμούς που θα αρχίζουν να ασκούν την νέα εξουσία.
Η εξουσία της εργατικής τάξης γιγαντώνεται από μέρα σε μέρα και υπάρχει στις απεργίες, στις διαδηλώσεις, στο φόβο των κυβερνώντων, στις σπασμωδικές κινήσεις των κυβερνητικών λειτουργών, στην αγωνία των καπιταλιστών και στο αδιάκοπο και μανιασμένο γάβγισμα των μαντρόσκυλων που φυλάνε τα χρηματοκιβώτια. Η εξουσία της εργατικής τάξης θα μπορούσε αύριο,  ή ακόμη και από σήμερα, να ενσαρκωθεί σε ένα σύστημα Συμβουλίων αν χρειαζότανε  για αυτό μονάχα ο επαναστατικός ενθουσιασμός του προλεταριάτου και η πλειοψηφία του πληθυσμού να βρίσκεται με το μέρος του.
Σήμερα η πάλη ανάμεσα σε αυτές τις δύο εξουσίες, βασίζεται στην ένοπλή και οργανωμένη δύναμη. Το αστικό κράτος επιζεί μόνο και μόνο γιατί έχει στην διάθεσή του ένα κέντρο συντονισμού της στρατιωτικής δύναμης και την ελευθερία της πρωτοβουλίας : έτσι είναι σε θέση να κατευθύνει τα στρατεύματά του και να τα συγκεντρώνει ταχύτατα ενάντια στις επαναστατικές εστίες για να τις καταπνίγει ανάμεσα, μέσα σε ποτάμια αίματος. Αυτό το πρόβλημα συσχετισμού δυνάμεων θα βρει την λύση του στην διαδικασία επαναστατικής ανάπτυξης. Κάθε μέρα καινούργια στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού έρχονται να πάρουν μέρος στο γενικό κίνημα της εθνικής και διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Ο ιταλικός καπιταλισμός έχει τις πιο βαθειές του ρίζες και τις βάσεις της ηγεμονίας του στην βόρεια Ιταλία, στα βιομηχανικά κέντρα της βόρειας Ιταλίας. Η κομμουνιστική  επανάσταση που στην Ιταλία παρουσιάζεται σαν επανάσταση της βιομηχανικής τεχνικής, σαν πρόβλημα εξίσωσης των συνθηκών της αγροτικής εργασίας με τις συνθήκες της βιομηχανικής εργασία, θα έχει το κύριο θέατρό της στο βορρά.
Η τάξη των βιομηχανικών εργατών θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυτό το τεράστιο πρόβλημα που δημιούργησε ο πόλεμος : δηλαδή με το πρόβλημα πως θα καταφέρει να δημιουργήσει έναν κρατικό οργανισμό που να διαθέτει τα μέσα να εκβιομηχανίσει την γεωργία και να πετύχει να φέρει τον αγρότη στις ίδιες συνθήκες δουλειάς με τον εργάτη, για να γίνει δυνατό να ανταλλάσσεται μια ώρα αγροτικής δουλειάς, με μια ώρα βιομηχανικής δουλειάς και για να μην εκμηδενίζεται το προλεταριάτο από την ύπαιθρο κατά την ανταλλαγή εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί σε συνθήκες εργασίας ολότελα διαφορετικές ανάμεσά τους. Αυτό το πρόβλημα, που οι καπιταλιστές βιομήχανοι είναι ανίκανοι να επιλύσουν , και που αν δεν επιλυθεί θα συντρίψει το αστικό κράτος , θα μπορούσε να λυθεί μονάχα από τους εργάτες και από το εργατικό κράτος στην Ιταλία, όπως ακριβώς λύνεται και πάει να λυθεί από το Ρώσικο εργατικό κράτος. Δηλαδή θα επιλυθεί  από τους βιομηχανικούς εργάτες της πόλης που θα γίνουν η κύρια δύναμη της κομμουνιστικής επανάστασης.
Εάν οι εργάτες , που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στις βιομηχανικές πόλεις, πρόκειται να αποτελέσουν το βασικό παράγοντα της κομμουνιστικής επανάστασης , αντίθετα ο βασικός παράγοντας της προεπαναστατικής περιόδου θα είναι οι μάζες των αγροτών. Τα κινήματα των αγροτικών μαζών θα καταστρέψουν οριστικά την εξουσία του αστικού κράτους, καταστρέφοντας της στρατιωτική του δύναμη. Κανένας στρατός δεν θα είναι ικανός να καταπνίξει την εξέγερση στην ύπαιθρο : τα συντάγματα , που φαίνονται ανίκητα όταν τα βλέπουμε συμπαγή μέσα στους δρόμους μιας πόλης , καταντούν γελοία μέσα στην απεραντοσύνη των κάμπων, τα κανόνια , τα μυδράλια και τα φλογοβόλα, που θα θερίζανε τα πλήθη των εργατών στους κλειστούς δρόμους και στις πλατείες, που είναι ολότελα ανεπαρκή μέσα στην απεραντοσύνη των ανοιχτών οριζόντων. Το αστικό κράτος νιώθει τον κίνδυνο που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του με το πέρασμα της υπαίθρου στην επανάσταση.
Από την Απουλία μέχρι τη Νοβάρα και από τη Νοβάρα μέχρι την  Μπρέσια  και το Μπέργκαμο οι αγροτικές μάζες βγαίνουν από τη νάρκη τους και αρχίζουν μια μεγαλειώδη δραστηριότητα.  Το λαϊκό κόμμα σείεται έως τα θεμέλια του μ ΄ αυτές τις γιγάντιες συγκρούσεις :κάτω από την πίεση των φτωχών χωρικών που αγωνίζονται κάτω από τις σημαίες του , η αριστερά πτέρυγα του Λαϊκού κόμματος παίρνει εξτρεμιστικές και επαναστατικές θέσεις. Το αστικό κράτος νιώθει το κίνδυνο και θα ήθελε να εκβιάσει τα γεγονότα στις βιομηχανικές πόλεις , στα καθαρά κομμουνιστικά κέντρα, που θα γίνουν οι μοχλοί της επανάστασης, που  θα της δώσουν ψυχή και σκοπό  και που θα ανασυγκροτήσουν από τα ερείπια μια νέα κοινωνία. Γι’  αυτό αρκεί μια εσωτερική επιτροπή να μετακινήσει λίγο τους δείκτες ενός ρολογιού στο εργοστάσιο για να μετακινηθούν εκατοντάδες άντρες της Βασιλικής φρουράς και καραμπινιέροι και να απειλούν με την συντέλεια του κόσμου.
Η εργατική τάξη οφείλει να είναι σε επιφυλακή , πρέπει να κρατήσει γερά στα επαναστατικά χαρακώματα, μια πειθαρχία που η ουσία της είναι η υπομονή, ο προλεταριακός κριτικός νους κι η εμπιστοσύνη στις δικές της δυνάμεις και στο μέλλον της. Το επαναστατικό προτσές αναπτύσσεται αδυσώπητα καταστρέφοντας το αστικό κράτος και εκμηδενίζοντας την καπιταλιστική εξουσία. Η εργατική τάξη θα θριαμβέψει τελικά. Η εργατική τάξη , με την εθελοντική συμμετοχή της στην επανάσταση , πρέπει να προετοιμαστεί για μια διαρκή νίκη, για μια νίκη για  π ά ν  τ α. Αυτή είναι ο θεματοφύλακας του μέλλοντος , είναι η ζωντανή κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Δεν πρέπει να δώσει την αφορμή να την βγάλουν έξω από το παιχνίδι για πολύ καιρό. Το αστικό κράτος θα χαιρότανε πολύ αν μπορούσε να απομακρύνει τις στρατιές του των μισθοφόρων από τις πόλεις και να τις στείλει ενάντια στους αγρότες, αφού πρώτα θα είχε  τσακίσει τους εργάτες κι έτσι θα είχε εξασφαλίσει τα μετόπισθέν του. Η εργατική τάξη είναι το πιο μορφωμένο πολιτικά τμήμα ολόκληρου του εργαζόμενου λαού. Πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της δύναμης και να καταλάβει ότι μπορεί  να το επιλύσει κατά ένα μεγάλο μέρος με την δράση της μάζας των αγροτών. Η Ρώσικη εργατική τάξη ήξερε να περιμένει από τον Ιούλη μέχρι το Νοέμβρη του 1917. Μέσα σε αυτούς τους μήνες οι Ρώσοι αγρότες καταφέρανε να αναστατώσουν το κράτος του Κερένσκι και τότε οι εργάτες εξαπολύσανε την επίθεσή τους στην εξουσία και την πήρανε στα δυνατά τους χέρια.
Η κανονική ανάπτυξη της επανάστασης θα λύσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα της ένοπλης δύναμης και της επικράτησης της εργατικής τάξης, πάνω στην αστική κρατική εξουσία. Αλλά ένα μέρος αυτού του προβλήματος πρέπει να το λύσει η γενική πολιτική δραστηριότητα του προλεταριάτου και του πολιτικού του κόμματος, του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το αστικό κράτος προσπαθεί να μετατρέψει τον εθνικό στρατό σε μισθοφορικό στρατό… Η Βουλή όμως δεν νοιάζεται για αυτή την δραστηριότητα της κυβέρνησης που είναι έξω από τα όρια της εξουσίας της , καθώς και από τα όρια του συντάγματος. Η βουλή οφείλει να ζητήσει το λόγο από την κυβέρνηση για αυτή της την δραστηριότητα , αν όχι για τίποτα άλλο , τουλάχιστον για να την εξαναγκάσει να αποκαλύψει τις προθέσεις της, και για να δείξει στο φως της μέρας πως λειτουργεί η αστική δικτατορία που αδιαφορεί για τις βασικές συνταγματικές αρχές και που κατευθύνει ολόκληρο το διοικητικό μηχανισμό και όλα, τα οικονομικά της μέσα σε ένα μονάχα σκοπό : Στην άμυνα ενάντια στην πλειοψηφία του πληθυσμού της οποίας ισχυρίζεται πως είναι ο υπέρτατος αντιπρόσωπος και η υπέρτατη εξουσία.
_______________

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Ψηλαφώντας τα «χνάρια του κομμουνισμού» στο σήμερα (συζητώντας με ένα κείμενο του Δημήτρη Μπελαντή), του Παναγιώτη Σωτήρη


Το κείμενο του Δημήτρη Μπελαντή με τίτλο «Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση» (RedNotebook, 25.12.2015) είναι πολύ σημαντικό και αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί. Σπεύδω μάλιστα να πω ότι από τα πολιτικά στελέχη της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς –και ιδίως αυτά που επέλεξαν τη ρήξη με το ΣΥΡΙΖΑ–, λίγα έχουν επιδοθεί σε μια τόσο αναλυτική προσπάθεια κριτικού αναστοχασμού όσο ο Μπελαντής – και αυτό είναι από μόνο του αξιέπαινο. Θα ήθελα, όμως, να κάνω μερικά σχόλια πάνω σε αυτό το κείμενο.
~~~~~~~~~~~

Ο Ισπανικός Εμφύλιος, το ιταλικό μετα-'68 
και ο κομμουνισμός πέρα από την Ευρώπη

Το πρώτο από αυτά αφορά την αποτίμηση ορισμένων στιγμών της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα, αρχής γενομένης από την Ισπανία. Δεν έχω ακόμη πεισθεί ότι ήταν εκεί που παίχτηκε στην κλίμακα που ισχυρίζεται ο Μπελαντής το στοίχημα μιας σύγχρονης εργατικής επανάστασης – και άρα για το συμπέρασμά του ότι η σταλινική επέμβαση του 1937-8 οδήγησε στο να χαθεί μια τόσο μεγάλη ευκαιρία. Σίγουρα, τα πειράματα εργατικού ελέγχου, εργατικής και λαϊκής απαλλοτρίωσης και τα παραδείγματα μορφών ένοπλης λαϊκής εξουσίας που βγήκαν στο προσκήνιο με τον Ισπανικό Εμφύλιο ήταν πολύ σημαντικά. Όμως, ταυτόχρονα, ο ίδιος έφερε στο προσκήνιο μεγάλα και βαθιά αποθέματα συντηρητισμού και καθυστέρησης που συνυπήρχαν με προχωρημένες μορφές ριζοσπαστισμού.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο κύκλο, σωστά ο Μπελαντής εντοπίζει ότι το μεγάλο στοίχημα της Αριστεράς του '68 παίχτηκε στην Ιταλία. Δεν θεωρώ, όμως, ότι κατεξοχήν εκφράστηκε στην πλευρά της ένοπλης πάλης. Η μεγάλη μαζικοποίηση των ένοπλων οργανώσεων, που έγινε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, στην πραγματικότητα συμπύκνωσε την κρίση της επαναστατικής προοπτικής. Η περίοδος, αντίθετα, που διαμορφώθηκαν πραγματικές συνθήκες βαθύτερης ηγεμονικής κρίσης ήταν η περίοδος 1967-73. Πολιτικά αφορούσε τόσο το μεγάλο ρεύμα της μαζικής επαναστατικής Αριστεράς όσο και το πολιτικό και κοινωνικό σύμπαν του ΙΚΚ. Αυτό σημαίνει ότι εκεί όντως η ηγεσία του ΙΚΚ πήρε μια συνειδητά αντεπαναστατική επιλογή με τη γραμμή του «Ιστορικού Συμβιβασμού», την ίδια ώρα, όμως, που η επαναστατική Αριστερά δεν μπόρεσε να δώσει μια εναλλακτική επαναστατική στρατηγική, παρά την εντυπωσιακή μαζικότητα και εργατική και λαϊκή γείωσή της. Σε αυτό το φόντο, η στροφή στο ένοπλο ήταν περισσότερο συμπύκνωση αυτής της κρίσης στρατηγικής, παρά αναμέτρηση με την επαναστατική ρήξη.
Με δεδομένα τα παραπάνω, θα πρόσθετα ότι αξίζει να δούμε ορισμένα πράγματα και έξω από τα ευρωπαϊκά όρια σε ό,τι αφορά τις διαδρομές επαναστατικών κινημάτων. Η Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, υπήρξε πάντοτε ένα αρκετά διαφορετικό εργαστήρι σε σχέση με την Ευρώπη, ενώ εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα και άλλων μαζικών ρευμάτων, όπως η εξαιρετικά αντιφατική διαδρομή των διαφορετικών ρευμάτων του Ινδικού κομμουνιστικού κινήματος.
Για τη μακρά και τη βραχεία διάρκεια της επαναστατικής διαδικασίας
Η δεύτερη «δέσμη» σχολίων πάνω στο κείμενο του Μπελαντή αφορά τη διαλεκτική ανάμεσα στη μακρά και τη σύντομη διάρκεια μέσα στην επαναστατική πολιτική. Είναι γεγονός ότι οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις στον 20ο αιώνα θριάμβευσαν στη σύντομη διάρκεια, στη βαθιά εθνική κρίση και τη διάλυση των κρατικών δομών που έκανε την επαναστατική προοπτική να φαντάζει ως σωτηρία – όπως και ότι ηττήθηκαν όταν προσπάθησαν να βγουν στο προσκήνιο σε συνθήκες σχετικής ομαλοποίησης. Αυτό δεν αναιρεί, ωστόσο, ότι οι λαϊκές εξεγέρσεις, ως συνδυασμός ανάμεσα στη γενική απεργία, την πολιτική ανυπακοή και την ένοπλη δράση, παρέμειναν αποτελεσματικές. Από διαφορετικές διαδρομές και με διαφορετικές καταλήξεις, τόσο η Ιρανική επανάσταση του 1978-79 όσο και η επανάσταση στη Νικαράγουα το 1979 συνδυάζουν αυτά τα στοιχεία. Το πιο βασικό όμως είναι άλλο: Η εμπειρία του 20ου αιώνα δείχνει στην πραγματικότητα ότι η εξεγερτική διάσταση διακυβεύεται, όταν δεν μπορεί να συνδυαστεί με τη «μακρά πορεία» της οικοδόμησης της ηγεμονίας, έστω και εάν αυτή η πορεία εμπεριέχει τον κίνδυνο της ενσωμάτωσης και παθητικοποίησης. Ακόμη και στον «ιδεότυπο» της Ρωσικής Επανάστασης, η όντως έγκαιρη επιλογή της επαναστατικής ρήξης είχε το τίμημα της μη διαμόρφωσης της εργατοαγροτικής συμμαχίας και της παγίωσης, εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου, μιας λογικής «έκτακτης ανάγκης» που προλείανε το έδαφος για την αυταρχική σταλινική εκτροπή. Δεν είναι τυχαίο ότι η «τελευταία μάχη του Λένιν» είναι η πάλη για μια «πολιτιστική επανάσταση» που θα διαμόρφωνε, έστω και των εκ υστέρων, όρους της προλεταριακής ηγεμονίας. Άλλωστε, αυτή η επίγνωση της κεντρικότητας της ηγεμονίας σφράγισε και το έργο του Γκράμσι. Ούτε είναι τυχαίο ότι η νίκη της Κινεζικής Επανάστασης στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό ακριβώς σε αυτή τη διάσταση μιας «Μεγάλης Πορείας» και μια σύνθετης διαδικασίας διαμόρφωσης πραγματικών λαϊκών βάσεων. Αλλά και πιο πρόσφατα, εμπειρίες όπως π.χ. της Βολιβίας αναδεικνύουν αντίστοιχες «μακρές διάρκειες» οικοδόμησης δεσμών με τις μάζες.
Για την εργατική τάξη
Το βασικό μου ερώτημα, ωστόσο, αφορά τον τρόπο που ο Μπελαντής αναζητά την εργατική τάξη ως υποκείμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές από τις παρατηρήσεις του είναι ορθές και εντοπίζουν τις μεταλλαγές και τις μεταλλάξεις της. Όντως: σε αυτό που ορίζουμε ως εργατική τάξη μπορούμε να δούμε και την εξεγερτική διάθεση και την τάση υποταγής και συμμόρφωσης, σε μια διαλεκτική σχέση με τις μορφές πολιτικής οργάνωσης. Όμως, ακόμη και έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να μείνουμε στην αναζήτηση ενός «υποκειμένου» ή να συζητάμε διαρκώς «πού είναι η τάξη», εάν είναι διευρυμένη, εάν έχει συνείδηση για τον εαυτό της, εάν συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της κ.ο.κ.
Αυτό, παρά τις διαβεβαιώσεις του Μπελαντή για το αντίθετο, μπορεί να μας ξαναφέρει σε μια αντίληψη του τρόπου παραγωγής ως πεδίου όπου συναντιούνται τάξεις που γενικά υπάρχουν ούτως ή άλλως. Θα τολμούσα να πως ότι, με μια έννοια, γενικά και αφηρημένα δεν υπάρχουν τάξεις – δεν υπάρχουν, δηλαδή, έξω από τις κοινωνικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές στην ατέρμονη αναπαραγωγή τους, που είναι πάντα σε τελική ανάλυση ενδεχομενική και διακυβευόμενη. Με αυτή την έννοια, δεν παράγουν η αστική τάξη και το προλεταριάτο τον καπιταλισμό. Αντίθετα, η επέκταση, γενίκευση και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ως ένα σύνολο από μυριάδες «ενικές» πρακτικές που καταλήγουν στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης) γεννούν τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό ως ανταγωνιστικά όρια πρακτικών και αντιστάσεων – όπως γεννούν και συσσωματώσεις φορέων που πολώνονται ανταγωνιστικά γύρω από τις συγκρουσιακές εκμεταλλευτικές σχέσεις. Οι δε ταξικές ταυτότητες παράγονται πάντα μέσα σε συγκεκριμένες ιστορίες και συγκεφαλαιώνουν πληθυντικά χαρακτηριστικά.
Το σύνολο των φορέων που πολώνονται προς τις πρακτικές του συλλογικού εργαζόμενου της καπιταλιστικής παραγωγής είναι ούτως ή άλλως αντιφατικό: είναι πολωμένο στο εσωτερικό του, έχει ιεραρχίες, έμφυλους καταμερισμούς, επηρεάζεται από κάθε λογής πολιτισμικές παραδόσεις και ιδεολογικές κατασκευές (θρησκευτικές, εθνοτικές, ρατσιστικές) και περιλαμβάνει ένα πλήθος ενικούς προσδιορισμούς και ιδιαίτερες ιστορίες. Αυτό σημαίνει ότι δεν ισχύουν απλουστευτικά σχήματα για το πώς αναπαράγονται σχέσεις και πρακτικές στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει π.χ. απριόρι κάποια συνθήκη που εγγυάται ότι όσο πιο χαμηλά στον καταμερισμό εργασίας είναι ένα τμήμα των προλεταριακών μαζών τόσο περισσότερο ριζοσπαστικοποιείται. Μπορεί να ισχύει και το αντίθετο. Η ριζοσπαστικοποίηση π.χ. του εργάτη-μάζα είχε να κάνει και με ιστορικές/πολιτικές παραδόσεις και παρεμβάσεις (για παράδειγμα την αναπαραγωγή στοιχείων εργατικού διαφωτισμού ακόμη και στα μεταπολεμικά ρεφορμιστικά κόμματα) που οδήγησαν σε αυτήν και όχι απλώς με την αντικειμενική συνθήκη.
Η εμφάνιση της δυνατότητας οι δυνάμεις της εργασίας να βγουν αυτόνομα στο προσκήνιο δεν έχει ποτέ σχέση μόνο με τις αντικειμενικές τάσεις του τρόπου παραγωγής αλλά και με τον πολιτικό επικαθορισμό. Αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που οι δύο καθοριστικές πολιτικές μορφές της νεωτερικότητας, ο λαός και το έθνος, έχουν την καταστατική ιδιότητα να συγκαλύπτουν/ αποκαλύπτουν τον ταξικό ανταγωνισμό. Αναγνωρίζουν τις υποτελείς τάξεις και θέλουν να τις διατηρήσουν στην υποτέλειά τους. Η διακύβευση του ποιος είναι ο λαός και τι θέλει, δεν έχει να κάνει απλώς με σημαίνοντα που αναμένουν τα σημαινόμενα, κατά το σχήμα του Λακλάου, αλλά με κάτι βαθύτερο: με το εγγενές τραύμα/χάσμα που φέρνει ο ταξικός ανταγωνισμός στην καρδιά του συλλογικού πολιτικού σώματος. Ανήκουμε όλες/οι στο λαό/έθνος, αλλά δεν μας ανήκουν εξίσου οι κοινωνικές παραγωγικές δυνατότητές του ούτε έχουμε τον ίδιο λόγο στην πολιτική διαδικασία του. Όντως, έχει δίκιο ο Μπελαντής όταν υπενθυμίζει ότι ο αστικός κοινοβουλευτισμός είναι καθαυτός ένας ιδιαίτερα ισχυρός ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους. Μόνο που υπάρχει πάντα και μια λαϊκή «πληβειακή» δημοκρατική ενόρμηση που, εκτός των άλλων, εξηγεί το τρέχον αστικό «μίσος για τη δημοκρατία», ενίοτε ακόμη και για τυπικές μορφές της λαϊκής κυριαρχίας.
Επιπλέον, η σύγχρονη οντολογία της εργασίας δεν περιλαμβάνει μόνο τη διάλυση των παραδοσιακών συσσωματώσεων της εργατικής τάξης, αλλά και την εμφάνιση νέων μορφών, καθώς και τη διαμόρφωση κοινών ταυτοτήτων· η χρήση των τεχνολογιών της επικοινωνίας είναι ενδεικτική. Άλλωστε, πάντα η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης έχει μια διαλεκτική «συγκέντρωσης/ διάλυσης». Ας μην ξεχνάμε ότι συχνά αυτό που εμείς λέμε παραδοσιακοί χώροι συγκέντρωσης της εργατικής ταυτότητας ήταν ταυτόχρονα και χώροι διάλυσης προηγούμενων ισχυρών τοπικών, κοινοτικών, εθνοτικών δεσμών (βλ. την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση στον 20ο αιώνα). Αντίστοιχα, η διάλυση παραδοσιακών συγκεντρώσεων, η ακραία ελαστικοποίηση και επισφάλεια ή οι νέες μορφές εκμετάλλευσης δεν αναιρούν την αναπαραγωγή πρακτικών αλληλεγγύης και αντίστασης. Όση γοητεία και εάν έχουν οι αναλογίες του Αγκάμπεν, στην πραγματικότητα homines sacri, με την έννοια απόλυτων θυμάτων της βαναυσότητας χωρίς αντίσταση, δεν υπάρχουν: οι πρακτικές οργάνωσης και αλληλεγγύης των προσφύγων και των μεταναστών έχουν πολλά να δείξουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ούτε πρέπει να υποτιμούμε την ενοποιητική διάσταση που έχει η αντίθεση προς τον «πλούτο» ή την «εξουσία», με τον τρόπο που σήμερα φαντάζουν ως κάτι το ιδιαίτερα εχθρικό στα μάτια της πλειοψηφίας των σύγχρονων κοινωνιών.
Από την άλλη, όντως οι σύγχρονες ροές προσφύγων και μεταναστών διαμορφώνουν μια πρόκληση για την ενότητα των δυνάμεων της εργασίας, κύρια εξαιτίας της συνειδητής επιλογής των αστικών δυνάμεων να μην προσφέρουν δυνατότητες ενσωμάτωσης στο «πολιτικό σώμα», σε αντίθεση με τα κύματα μετανάστευσης προηγούμενων εποχών. Και αυτό δίνει μια στρατηγική διάσταση στην πάλη για τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων σήμερα, αλλά και θέτει την πρόκληση της διαμόρφωσης σύγχρονων «μετα-εθνικών» μορφών λαϊκής ενότητας.
Σε κάθε περίπτωση, και αφήνοντας κατά μέρος την συζήτηση για τα όρια της εργατικής τάξης και τις συμμαχίες, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σύγχρονων κοινωνιών αποτελείται από ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξαρτώνται από την άμεση ή έμμεση πώληση της εργατικής τους δύναμης για να ζήσουν. Όντως, αυτή η ευρύτερη συμμαχία μπορεί να (αυτο)αναγνωρίζεται περισσότερο ως «λαός» ή ως οι «από κάτω» ή το «99%», παρά γύρω από παραλλαγές ιστορικών προλεταριακών ταυτοτήτων. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι «οντολογικά» οι υλικοί όροι αυτών των ανθρώπων ορίζονται γύρω από μια ταξική διαίρεση που αφορά τον πυρήνα του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτό είναι κάτι που έχει αποτυπωθεί και στον πρόσφατο κύκλο «δημοκρατικών εξεγέρσεων», από το 2011 και μετά, παρά την τραγική συχνά πολιτική αντιφατικότητά τους (κύρια εξαιτίας της αδυναμίας τους να έχουν μια αυτοτελή «πολιτική μετάφραση»).
Εργατική τάξη και εργατικός πολιτισμός
Ο Μπελάντής έχει δίκιο πάνω στο θέμα του αυτόνομου εργατικού πολιτισμού. Μόνο που πρέπει να αποφύγουμε να εντοπίζουμε μια τραγική τάση ενσωμάτωσης και κομφορμισμού στην κυρίαρχη κουλτούρα, όπως π.χ. έκαναν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ στη δεκαετία του 1940, μην μπορώντας να αντιληφθούν την εγγενή αντιφατικότητά της: το ροκ, κατεξοχήν πολιτιστικό υβρίδιο από την εμπορική ενσωμάτωση / διαστροφή λαϊκών παραδόσεων, ήταν εξίσου σημαντικό για το κίνημα του 1968 με την ανακάλυψη εκ νέου του Μαρξ. Μορφές εργατικής κουλτούρας αναδύονται όπως και μορφές εργατικού διαφωτισμού σε μοριακό επίπεδο και εδώ είναι από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ως προς το εάν τα βλέπουμε και εάν προσπαθούμε να τα γενικεύσουμε (από το ελεύθερο λογισμικό έως τις ψηφιακές κοινότητες, την κόντρα για τα «κοινά» στο διαδίκτυο κ.λπ. έως τον τρόπο που λειτουργούν νεανικές / λαϊκές κουλτούρες – όπως π.χ. το ραπ στην Ευρώπη ή άλλα ανάλογα παραδείγματα). Όπως επίσης αναπαράγονται «χνάρια του κομμουνισμού» σε διάφορες συλλογικές πρακτικές σήμερα, αντίστασης, συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Ο Γκράμσι πάντα τόνιζε τη σημασία των μοριακών μεταλλαγών και μετατοπίσεων στο πλαίσιο της «παθητικής επανάστασης» ως βασικής αστικής στρατηγικής (αποσυσπείρωση, αποδιάρθρωση, εξατομίκευση). Όμως, αντίστοιχη βαρύτητα πρέπει να δώσουμε και εμείς στη διαρκή αναπαραγωγή σε «μοριακό επίπεδο» και της ανταγωνιστικής τάσης, των κάθε λογής «μειονοτικών γίγνεσθαι», για να δανειστούμε την έκφραση του Ντελέζ.
Οι μοριακές πρακτικές έχουν όντως την τάση να φαντάζουν «αόρατες» ή να επισκιάζονται από άλλες. Κατά συνέπεια, ο Μπελαντής ορθά εντοπίζει ότι πρέπει να μας απασχολήσει η έλξη του ένοπλου τζιχαντισμού ως σύμπτωμα κρίσης του Διαφωτισμού. Όμως, στην πραγματικότητα, η απήχηση της επίκλησης της σφαγής και θυσίας στο όνομα της φαντασιακής Ούμμα, της κοινότητας των πιστών, συμπυκνώνει την καθοριστική απουσία ή μη επεξεργασία ενός αντίπαλου χειραφετητικού προτάγματος στράτευσης – όχι την καταστατική αδυνατότητά του.
Εδώ ακριβώς είναι που αναδεικνύεται η σημασία του κόμματος αλλά και το πρόβλημα με τις μορφές συγκρότησής του σήμερα. Στην πραγματικότητα είτε μιλάμε για την προσπάθεια, συνήθως αποτυχημένη, επανάληψης του «κόμματος νέου τύπου», με παραλλαγές «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» που συνήθως οδηγούν σε αλλεπάλληλες διασπάσεις, είτε για τις παραλλαγές μετώπου (συνήθως εκλογικού), αυτό που βλέπουμε είναι μια ιδιότυπη εξωτερικότητα προς τις πρακτικές των ίδιων των μαζών που καλούνται να τα στηρίξουν αλλά και απουσία μιας ηγεμονικής διάστασης. Απουσιάζει και το ρίζωμα στις ίδιες τις πρακτικές, τις συλλογικές μορφές, τα δίκτυα, τις μορφές δημοκρατίας του αγώνα, που αναδύονται, αλλά και εκείνη η προσπάθεια να λειτουργήσουν ως εργαστήρια στρατηγικής και νέας μαζικής πολιτικής διανοητικότητας, να ενοποιήσουν τις μοριακές πρακτικές και να τις μπολιάσουν με πλευρές μιας σύγχρονης κομμουνιστικής κατεύθυνσης. «Ρεφορμιστικές» και «επαναστατικές» απόψεις ανακυκλώνουν, σε μεγάλο βαθμό, τις παραδοσιακές αφετηρίες τους, χωρίς διάλογο με τις νέες πραγματικότητες, χωρίς να γίνονται ποτέ αφηγήσεις. Γι’ αυτό και είναι επιτακτικό να ανοίξει πραγματική η κουβέντα για το ποιες μορφές οργάνωσης χρειαζόμαστε σήμερα, «κομματικές» αλλά και «μετωπικές».
Αντί λοιπόν να ψάχνουμε για την «τάξη», ας ψάξουμε για σχέσεις, ανταγωνισμούς, συλλογικές πρακτικές, νέες μορφές διανοητικότητας, νέες «καλές συναντήσεις» - και ας δούμε πώς, δι' αυτών, μπορούν να γίνουν (αντι)ηγεμονικά σχέδια. Τότε ίσως αντιληφθούμε και πώς μπορούμε να έχουμε και τα συλλογικά υποκείμενα που θα χαράξουν σύγχρονους επαναστατικούς δρόμους. Αντιστρέφοντας τη φράση του Ρομαίν Ρολάν που τόσο αγαπούσε ο Γκράμσι, απέναντι στον πεσιμισμό της βούλησης από το βάρος των ηττών, χρειαζόμαστε σήμερα μια ορισμένη αισιοδοξία της νόησης: μια επίμονη διανοητική και πρακτική προσπάθεια να ξαναψηλαφίσουμε ίχνη χειραφετητικών πρακτικών και σχέσεων στο σημερινό πεδίο. Μια εμπιστοσύνη στο ότι η πραγματικότητα ενίοτε έχει περισσότερη επινοητικότητα από τη σκέψη μας.
_______________

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Μανουέλα Καρμένα δήμαρχος της Μαδρίτης: «Θαυμάζω τους Ελληνες»

Η δήμαρχος της Μαδρίτης, η κομμουνίστρια επί Φράνκο που γλίτωσε το 1977 από τρομοκρατική επίθεση ακροδεξιών παραστρατιωτικών, η ακτιβίστρια των Indignados, μιλάει για τις βουλευτικές εκλογές στην Ισπανία, για την Ελλάδα και για τη χαρά της ζωής
Η δήμαρχος της Μαδρίτης συνοδευόμενη από την εγγονή της Λόλα. 
Φωτογραφία: AFP/visualhellas.gr, REX shutterstock

Εχει συμπληρωθεί ένα εξάμηνο από τότε που η μεγαλύτερη πόλη του ισπανικού κράτους απέκτησε την πρώτη, έπειτα από δυόμισι δεκαετίες, αριστερή δήμαρχο. Και όχι οποιαδήποτε αριστερή δήμαρχo, αλλά τη Μανουέλα Καρμένα, την πάλαι ποτέ «κόκκινη δικαστίνα» της Μαδρίτης και μετέπειτα «Πασιονάρια των Αγανακτισμένων».
Κομμουνίστρια επί Φράνκο που γλίτωσε το 1977 από τρομοκρατική επίθεση ακροδεξιών παραστρατιωτικών, εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιέρεια κατά της διαφθοράς στο δικαστικό σώμα και ακτιβίστρια των Indignados, η Μανουέλα Καρμένα είναι μια σπουδαία φυσιογνωμία της μαδριλένικης ζωής. Στα 71 της τέθηκε επικεφαλής του συνδυασμού «Ahora Madrid» στις δημοτικές εκλογές του περασμένου Μαΐου, ο οποίος υποστηρίχθηκε και από τους Podemos. Τερμάτισε με οριακή διαφορά δεύτερη, αλλά ανέλαβε τη δημαρχία με τη στήριξη του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Η πρώτη πρωτοβουλία που ανέλαβε ως δήμαρχος σε μια πόλη που ταλανίζεται από τη στεγαστική φούσκα αφορούσε τους πλειστηριασμούς. 
Το καλοκαίρι ακύρωσε πάνω από 2.000 διαταγές εξώσεων και βρίσκεται σε διαρκή διαβούλευση με τους τραπεζίτες για την επίλυση του στεγαστικού ζητήματος. Η ίδια ιεραρχεί την ανακούφιση από την ακραία φτώχεια σε βασική προτεραιότητα της διοίκησής της. Δεν στέκεται όμως μόνο σ' αυτά, δίνει το στίγμα της αλλαγής με την προσωπική της στάση, μειώνοντας τον μισθό της και αποκηρύσσοντας το επίσημο αυτοκίνητο για το αγαπημένο της ποδήλατο ή το μετρό. Εκεί την πετυχαίνουν οι πολίτες της Μαδρίτης τα πρωινά και τη φωνάζουν όπως η ίδια επιθυμούσε, με το μικρό της όνομα. 
Η ανάληψη της δημαρχίας από μέρους της πλασαρίστηκε τότε από τον διεθνή Τύπο ως «πρόβα διακυβέρνησης» των Podemos εν όψει των εθνικών εκλογών. Σήμερα, που ανοίγουν οι κάλπες στην Ισπανία, αυτό το σενάριο δεν κερδίζει πολλούς πόντους, αφενός γιατί οι Podemos στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις τερματίζουν τέταρτοι και αφετέρου γιατί  - όπως η ίδια δηλώνει - στην αποκλειστική της συνέντευξη στο BHMAgazino: «Δεν θα στηρίξω κανένα κόμμα. Είμαι δήμαρχος όλων των πολιτών».

Ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες που έχετε θέσει ως δήμαρχος της Μαδρίτης, αυτές που όπως θα λέγαμε αποτυπώνουν το στίγμα των διαθέσεών σας; «Κοιτάξτε, το πρώτο πράγμα που κάναμε εγώ και η ομάδα μου όταν μπήκαμε στο δημαρχείο ήταν να προχωρήσουμε σε μια σωστή εκτίμηση της κατάστασης που επικρατούσε, γιατί ο δήμος βρισκόταν για δύο δεκαετίες στον έλεγχο του Λαϊκού Κόμματος. Μη με παρεξηγήσετε, δεν το λέω με καχυποψία. Μου φαινόταν απολύτως λογικό να μελετήσω πρώτα το προηγούμενο μοντέλο διοίκησης, εντοπίζοντας τα καλά και τα κακά σημεία και μετά να αναλάβω δράση. Από 'κεί και πέρα, η επίλυση του στεγαστικού ζητήματος ήταν το πρώτο που με απασχόλησε. Ξεκινήσαμε μια διαβούλευση με τους τραπεζίτες με στόχο να αποτραπούν οι εξώσεις. Το καλοκαίρι ακυρώσαμε πάνω από 2.000 διαταγές εξώσεων και έχουμε πολύ δρόμο ακόμη να βαδίσουμε».

Η λιτότητα και η διαφθορά είναι τα βασικότερα προβλήματα της Μαδρίτης και προφανώς ολόκληρης της χώρας. Αλλάζει κάτι σ' αυτά τα πεδία; «Αναμφισβήτητα είναι τα πιο μεγάλα προβλήματα και κάναμε αγώνες πολλά χρόνια πριν. Προσωπικά εκτιμώ ότι για αυτόν τον λόγο πετύχαμε αυτή τη νίκη. Η πιο δύσκολη μάχη είναι με τη λιτότητα, με την έννοια ότι σ' ένα περιβάλλον που εφαρμόζονται περιοριστικές πολιτικές σε ολόκληρη τη χώρα τα περιθώρια ελευθερίας που υπάρχουν για έναν δήμο είναι περιορισμένα. Παρ' όλα αυτά, αλλάξαμε τις προτεραιότητες στο δημοτικό συμβούλιο. Εγκαινιάσαμε μια κουλτούρα ότι η πρώτη μας μέριμνα είναι οι άνθρωποι. Οι πρωτοβουλίες που πήραμε για τους πλειστηριασμούς και την παιδική σίτιση είναι ένα τέτοιο δείγμα. Πρέπει να προστατεύσουμε την αξιοπρέπεια των ανθρώπων. Οι πολίτες της Μαδρίτης μάς εξέλεξαν και δουλεύουμε για αυτούς στη βάση μιας καλής και εξορθολογισμένης διαχείρισης οικονομικών πόρων. Αυτή η δουλειά αναγνωρίζεται. Πρέπει να δείτε πώς μου μιλάνε οι πολίτες στον δρόμο. Νιώθω πραγματικά περήφανη για αυτό. Για τη διαφθορά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρέπει να δοθεί ένα τέλος. Το κυνηγάμε κάθε μέρα θεσπίζοντας διαδικασίες διαφάνειας και λογοδοσίας».

Οι Podemos μαζί με άλλες αριστερές οργανώσεις στήριξαν την υποψηφιότητά σας για τη Μαδρίτη. Αυτό σημαίνει ότι θα στηρίξετε κι εσείς τους Podemos για τις εθνικές εκλογές; «Οχι, δεν σημαίνει αυτό. Εγώ αντιλαμβάνομαι ότι είμαστε μια συμμαχία πολιτών που απαρτίζεται από διαφορετικές οργανώσεις, κόμματα και προσωπικότητες. Δεν είμαστε όμως ένα κόμμα, γι' αυτό κι εγώ δεν θα στηρίξω κανένα κόμμα στις σημερινές εκλογές. Εχω αφοσιωθεί στη Μαδρίτη και ελπίζω εδώ να χτίσουμε ένα υπόδειγμα για ολόκληρο το κράτος. Το δήλωσα από την πρώτη ημέρα της εκλογής μου και το τηρώ: είμαι δήμαρχος όλων των Μαδριλένων».

Δώσατε πολλούς αγώνες στο παρελθόν υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θεωρείτε ότι η νίκη σας συνιστά μια αναγνώριση αυτής της δράσης; «Από μία άποψη, θα έλεγα ναι. Ο κόσμος με εμπιστεύτηκε, επειδή γνώριζε το παρελθόν μου. Από την άλλη, ο κόσμος βαρέθηκε να μην εκπροσωπείται. Το κίνημα 15Μ (το κίνημα των Αγανακτισμένων) εξέφρασε ακριβώς αυτή την ανάγκη. Αυτό που είμαστε σήμερα είναι απότοκο εκείνης της πολιτικής ενέργειας».

Μια γυναίκα δήμαρχος είναι ένα βήμα για την έμφυλη ισότητα στην πολιτική;«Σαφώς είναι. Δείχνει ότι οι γυναίκες δεν αντιστοιχούν στο στερεότυπο του "αδύναμου φύλου", ούτε έχουν θέση μόνο στην ιδιωτική σφαίρα της ζωής. Αντιθέτως, είμαστε έτοιμες, όπως ακριβώς και οι άνδρες, να διοικήσουμε και να τρέξουμε στην πολιτική».

Η καθημερινότητά σας άλλαξε από τη στιγμή που αναλάβατε τα νέα σας καθήκοντα; «Η καθημερινότητά μου γέμισε με μια γοητευτική τρέλα. Αναμενόμενο, αν αναλαμβάνεις τη δημαρχία μιας τόσο μεγάλης πόλης όπως η Μαδρίτη. Η ατζέντα μου είναι διαρκώς γεμάτη, έχω μια σειρά από ανελαστικές δεσμεύσεις που με γεμίζουν άγχος. Εξακολουθεί, όμως, να μου φαίνεται συναρπαστικό όλο αυτό. Για μένα είναι σημαντικό να διαφυλάξω το στοιχείο της απευθείας επικοινωνίας με τον κόσμο (κι αυτός είναι ίσως ένας λόγος για τον οποίο η ατζέντα μου είναι γεμάτη). Δεν θέλω να το εγκαταλείψω, είναι βασικό για μένα να υπάρχει άμεση επαφή. Πηγαίνω στο δημαρχείο με το μετρό, ο κόσμος έρχεται, μου μιλάει, με ρωτάει, μου ζητάει να βγάλουμε selfie».

Ελλάδα και Ισπανία έχουν παράλληλες διαδρομές στην υπόθεση της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο στην Ελλάδα η έξοδος δεν φαίνεται ορατή στο άμεσο μέλλον. Με βάση την εμπειρία σας, τι θα λέγατε στους πολίτες της Ελλάδας; «Φαντάζομαι τις διαφορετικές και συχνά δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός στην Ελλάδα. Θέλω να σας πω, όμως, ότι θαυμάζω τους Ελληνες. Με εντυπωσιάζει η αλληλεγγύη που δείχνουν στους πρόσφυγες παρά τη δική τους κρίση. Πιστεύω ότι είστε ένας δυνατός λαός. Συνεχίστε, λοιπόν, να προσπαθείτε και δοκιμάστε διαφορετικά και εναλλακτικά μοντέλα διοίκησης με γνώμονα πάντα την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης».

Στα χρόνια της κρίσης εξοικειωθήκαμε με τη δυστυχία και τη μιζέρια. Είναι πιθανό να ανακαλύψουμε ξανά τη χαρά της ζωής; «Δεν ξέρω αν είναι πιθανό. Ξέρω πολύ καλά ότι είναι απαραίτητο να το κάνουμε. Δεν γίνεται αλλιώς. Δεν θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε πολιτικές και κοινωνικές λύσεις για τα προβλήματα που γέννησε η κρίση, αν δεν μας ελκύει η μαγεία της ζωής. Θα καταδικαστούμε σε μια ανέμπνευστη έρημο. Δεν αρκεί να λέμε "θα το ξεπεράσουμε". Πάμε να το κάνουμε».

______________
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Ζακ Ζυλιάρ: Ενας αγώνας δρόμου ανάμεσα στην αδιαφορία των πολιτών και στην ανάγκη τους να συμμετέχουν. Καθήκον της Αριστεράς είναι να δώσει σε αυτήν την προσδοκία μια κατεύθυνση.

Η Αριστερά δεν κατοικεί στα κόμματα αλλά στις καρδιές των ανθρώπων
Οργανικός διανοούμενος της λεγόμενης «Δεύτερης Αριστεράς», ο 82χρονος Ζακ Ζυλιάρ 
είναι σήμερα ενεργός πολιτικός αρθρογράφος στο αριστερό περιοδικό «Marianne» | HANNAH ASSOULINE

Ενας αγώνας δρόμου βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στις περισσότερες κοινωνίες. Ενας αγώνας δρόμου ανάμεσα στην αδιαφορία των πολιτών και στην ανάγκη τους να συμμετέχουν. Καθήκον της Αριστεράς είναι να δώσει σε αυτήν την προσδοκία μια κατεύθυνση.

Ετσι κλείνει το σπουδαίο έργο του Ζακ Ζυλιάρ Οι Αριστερές της Γαλλίας (μτφρ. Χριστιάννα Σαμαρά, επιστημονική επιμ. Δημήτρης Αντωνίου, γλωσσική επιμ. Αννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις).
Με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, ο συγγραφέας παρακολουθεί τις κομβικές στιγμές στην ιστορία της πληθυντικής γαλλικής Αριστεράς από το 1762 έως το 2012, φωτίζει τις διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες της και αναδεικνύει τις εμβληματικές προσωπικότητές της σε αντιθετικά ζεύγη (Βολταίρος-Ρουσσώ, Ροβεσπιέρος-Δαντών, Θιέρσος-Μπλανκί, Ουγκώ-Λαμαρτίνος, Κλεμανσό-Ζωρές, Σαρτρ-Καμύ, Μεντές-Μιτεράν κ.ά.).
Το βιβλίο του καλύπτει ένα βιβλιογραφικό κενό και είναι κρίσιμο για την πολιτική, πολιτισμική και πνευματική ιστορία της Αριστεράς γενικότερα, συνομιλεί μάλιστα έμμεσα και με την ελληνική επικαιρότητα.
Διαβάζοντας τον Ζυλιάρ γίνεται φανερό ότι η πολιτική ιστορία της Αριστεράς βρίσκεται στην απαρχή των μεγάλων συζητήσεων και της πολεμικής που εξελίσσεται στις μέρες μας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των προσφύγων, για τον χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, για τη στρατηγική του κρατικού προϋπολογισμού και τις κοινωνικές παροχές, για το αίτημα της εκπαίδευσης, για τον εξανθρωπισμό της εργασίας, για την προστασία της Δημοκρατίας απέναντι στις επιθέσεις του νεοφιλελευθερισμού…
Οργανικός διανοούμενος της λεγόμενης «Δεύτερης Αριστεράς» (του Μ. Ροκάρ κ.ά.), ο 82χρονος Ζακ Ζυλιάρ είναι σήμερα ενεργός πολιτικός αρθρογράφος στο αριστερό περιοδικό «Marianne».
Ιστορικός, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος που εργάστηκε και στον βιβλιοεκδοτικό χώρο, αφιέρωσε μέρος της ζωής του στον εργατικό συνδικαλισμό μέσα από τις τάξεις της CFDT (Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας) και δίδαξε στην πανεπιστημιακή Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales.
Η αποκλειστική συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» δόθηκε τηλεφωνικά και κράτησε 70 λεπτά.
• Η Αριστερά, γράφετε, έχει την αφετηρία της στη συνάντηση της ιδέας της Δικαιοσύνης και της ιδέας της Προόδου. Ομως οι σημερινές κοινωνίες σπαράσσονται από νέες ανισότητες και συνθλίβονται από τις αντιφάσεις της προόδου. Αρα, ποια είναι η πρόκληση για μια σύγχρονη εκδοχή της Αριστεράς;
Δεν νοείται Αριστερά που δεν θα επιδιώκει την πραγμάτωση της δικαιοσύνης μέσα στο πλαίσιο της προόδου. Η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης είναι ριζωμένη στις αριστερές καρδιές, αλλά είναι γεγονός ότι η πρόοδος υφίσταται σκληρή κριτική, πόσο μάλλον όταν τη μετράμε με όρους ανάπτυξης.
Διότι η ανάπτυξη κοστίζει ακριβά, είναι μια σύνθετη και δύσκολη διαδικασία, και έχει συχνά αρνητικές επιπτώσεις, όπως η ατμοσφαιρική μόλυνση, η καταστροφή των φυσικών πόρων και άλλα που επισημαίνουν οι Οικολόγοι.
Ωστόσο δεν μπορούμε να υποκύψουμε σε τέτοια επιχειρήματα. Η πρόοδος στην ιατρική άλλαξε τον κόσμο περισσότερο από τον σοσιαλισμό, και η παραγωγικότητα αντιμετώπισε την πείνα, όχι ακόμα στον βαθμό ούτε στο εύρος που θα έπρεπε, αλλά το έκανε. Η Αριστερά παραμένει λοιπόν δεμένη με την ιδέα της προόδου. Ομως υπάρχουν νέα δεδομένα που θα πρέπει να λάβει υπόψη της και ενδεχομένως να τα αξιοποιήσει.
Χαρακτηριστική η ανάδυση μορφών λαϊκής συμμετοχής έξω από την εκλογική διαδικασία. Χαρακτηριστικό και το ότι σήμερα τα πολιτισμικά φαινόμενα έχουν γίνει πιο σημαντικά -ή έστω το ίδιο σημαντικά- με τα οικονομικά φαινόμενα. Ποιος θα έλεγε π.χ. πριν από 30 χρόνια ότι το Ισλάμ θα αποκτούσε τον ρόλο που έχει τώρα; Γι’ αυτό θεωρώ πως η πρόκληση για τη σύγχρονη θεσμική Αριστερά είναι η ενίσχυση και η εμβάθυνση της δημοκρατίας.
• Δείχνετε ιδιαίτερα συγκινημένος όταν μιλάτε στο βιβλίο σας για την Παρισινή Κομμούνα (18 Μαρτίου-28 Μαΐου 1871), μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο, και την ξεχωρίζετε ως «το μοναδικό αντιστάθμισμα σε πάνω από δύο αιώνες ψέματος και φενάκης». Τι σημαίνει εκείνη η στιγμή για τον σημερινό αριστερό άνθρωπο;
Η Κομμούνα -που πνίγηκε στο αίμα- ήταν η ουτοπική στιγμή της Δημοκρατίας, μια βιωμένη ουτοπία στην πορεία της Αριστεράς και του γαλλικού σοσιαλισμού που δεν είχε ακόμα γνωρίσει τη φρίκη του σταλινισμού.
Γεννήθηκε αυθόρμητα από τους εργάτες και τους τεχνίτες που αμφισβητούσαν το πανίσχυρο κράτος και γέννησε τη μοναδική αντιεξουσιαστική κυβέρνηση που γνωρίζουμε στον δυτικό κόσμο. Ηταν μια γνήσια προλεταριακή παρένθεση σε μια ιστορία βεβαρημένη με «αναγκαία βήματα», και είχε χαρακτήρα περισσότερο προυντονικό, ελευθεριακό, παρά μαρξιστικό. Ωστόσο πιστεύω ότι στις μέρες μας, ενώ ο λενινισμός έχει πεθάνει, η Κομμούνα είναι ζωντανή.
Διότι η απελευθέρωση των εργατικών τάξεων παραμένει ζητούμενο, και δεν περιμένουμε πια τίποτα από τον αυταρχικό σοσιαλισμό -όσες αντιρρήσεις και αν έχουν οι υποστηρικτές του- αφού απέτυχε και δεν κατάργησε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Επίσης διότι έχουν αρχίσει να εμφανίζονται νέες πολιτικές-κινηματικές-συμπεριφορές και, παράλληλα, κερδίζει έδαφος η ιδέα πως η έμμισθη εργασία δεν αποτελεί πια το ανώτατο στάδιο στην εξέλιξη των κοινωνιών.
Βλέπω δηλαδή ότι σήμερα η Αριστερά δεν κατοικεί τόσο στα κόμματα όσο μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, ως πόθος σοσιαλιστικός για ισότητα (η οποία αποτελεί ιδιότητα της δικαιοσύνης) στο πλαίσιο της ελευθερίας.
• Το βιβλίο σας αποδεικνύει ότι η εμπειρία της εξουσίας είναι μια σκληρή δοκιμασία για τις Αριστερές. Εκφράζεστε μάλιστα πολύ κριτικά για τον Φρανσουά Μιτεράν που μετά το 1988 «οργανώνει τον περίγυρό του σε Αυλή», εδραιώνει μια «προσωποπαγή εξουσία», απαλλάσσεται από τον δραστήριο πρωθυπουργό του, τον Ροκάρ, και «αδρανοποιεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα». Αραγε βλέπετε στο σημερινό τοπίο κάποιον πολιτικό φορέα που θα μπορούσε να εκφράσει τους μελλοντικούς προσανατολισμούς της Αριστεράς;
Δεν θα ήθελα να υποδείξω το ένα ή το άλλο κόμμα, επειδή αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι προχωράμε ψηλαφώντας την πραγματικότητα. Η Αριστερά δεν έχει καταφέρει να σταθεί στα πόδια της μετά την κατάρρευση του σοβιετικού σοσιαλισμού που άφησε τον λαό της αφοπλισμένο απέναντι στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων και στην ηγεμονία του κεφαλαίου.


O Φρανσουά Μιτεράν | 
AP PHOTO
Ετσι, σήμερα δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, σοσιαλισμός καθ’ εαυτόν αλλά κόμματα κοινωνικά (partis sociaux) που αρκούνται στο να απαιτούν περισσότερη ισότητα. Η «Αριστερά του Αύριο» θα προκύψει μέσα από την κοινωνία του αύριο και δεν θα είναι ένα έτοιμο μοντέλο που θα εφαρμοστεί επάνω στην κοινωνία. Θα τροφοδοτείται από την ίδια της τη δυναμική και θα πρέπει διαρκώς να αντλεί συμπεράσματα από τις εξελίξεις προκειμένου να προσαρμόζεται καλύτερα στην αναγκαιότητα της δικαιοσύνης.
Σήμερα λ.χ. έχουν παρουσιαστεί νέα φαινόμενα επαγγελματικής οργάνωσης, ακόμα και στο εσωτερικό του καπιταλισμού, και είναι λάθος που τα συνδικάτα τα παραβλέπουν. Στη Γαλλία χρησιμοποιούμε τον νεολογισμό «uberisation» για να περιγράψουμε την ιδιωτική πρωτοβουλία που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά με ψηφιακούς τρόπους και ανταγωνίζεται (ή και απειλεί) κάποια παραδοσιακά επαγγέλματα. Σκεφτείτε τις μεσιτικές υπηρεσίες του AirBnb, τις βιβλιοπωλικές υπηρεσίες της Amazon, τους σοφέρ της Uber κ.ο.κ.
• Τι λέει για τα νέα φαινόμενα η γαλλική Αριστερά των διανοουμένων;
Δεν έχει τίποτα να πει. Δεν βλέπω κανέναν αναστοχασμό, καμία ανησυχία, καμία διανοητική διερεύνηση. Οι μεγάλοι στοχαστές της Αριστεράς, ο Μαρξ, ο Προυντόν κ.ά., ήταν διαρκώς σε εγρήγορση σε σχέση με οτιδήποτε συνέβαινε στην κοινωνία, στο κράτος, στην ιδιωτική σφαίρα.
Αντίθετα, σήμερα στη Γαλλία δεν υπάρχει καμία διανοητική περιέργεια. Ενα παράδειγμα είναι αυτό το βιβλίο για τις Αριστερές. Ολες οι πολιτικές και πνευματικές οικογένειες μού ζήτησαν να το σχολιάσω, όλες εκτός από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κι ας είμαι προσωπικός φίλος του Φρανσουά Ολάντ.
Αρα σημαίνει ότι το πρώτο ηγεμονικό κόμμα στην ιστορία των Αριστερών της Γαλλίας είναι ένα κόμμα αποξηραμένο. Και μη μου πείτε ότι φταίει η εμπειρία της διακυβέρνησης. Οχι. Φταίει η γραφειοκρατία και το ότι το κόμμα είναι κουρδισμένο σύμφωνα με τα δεδομένα της προηγούμενης ιστορικής περιόδου.

«Ο Τσίπρας αφύπνισε την Ελληνική Δημοκρατία»

• Στην Αριστερά του 20ού αιώνα, ο διεθνισμός υπήρξε ένα κομβικό στοιχείο. Ωστόσο η ελληνική εμπειρία έδειξε ότι είναι μάλλον περιορισμένη η δυνατότητα της σημερινής Αριστεράς να κινητοποιήσει δυνάμεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ποιο μοντέλο δράσης θα θεωρούσατε αποτελεσματικό για το μέλλον;
Ηδη από τις αρχές του 20ού αιώνα οι κοινωνιολόγοι των διαφόρων πολιτικών οικογενειών είχαν συλλάβει τις γραφειοκρατικές ζυμώσεις στα κόμματα. Σήμερα είναι πια σαφές ότι οι πολίτες συσπειρώνονται γύρω από συγκεκριμένες, στοχευμένες, πρόσκαιρες δράσεις, δραστηριότητες ή πρωτοβουλίες, έτσι ώστε παραπέμπουν περισσότερο σε ομάδες εργασίας (task groups). Επιθυμούν να συνάπτουν ατομικά και όχι συλλογικά «συμβόλαια». Να επιλέγουν οι ίδιοι τις υποθέσεις για τις οποίες θα αγωνίζονται.
Να χειραφετηθούν από τις άνωθεν «αρχές». Αυτό παρατηρείται στη Γαλλία, στη Σουηδία, στη Βενεζουέλα κ.α. όπου τα ισχυρά σοσιαλιστικά κόμματα παρουσίασαν την αρτηριοσκλήρωση που περιέγραψα. Με άλλα λόγια, μια καινούργια μορφή στράτευσης παίρνει πλέον τη σκυτάλη: μια κινητοποίηση που εστιάζει κάθε φορά σε διαφορετικό σκοπό.
Οι πολίτες δεν θέλουν πια το κόμμα-εκκλησία, δεν θέλουν «πολυεργαλεία». Θέλουν «ειδικευμένα εργαλεία». Δεν θέλουν έναν Παπανδρέου, έναν Τσίπρα, έναν Ολάντ σε ρόλο… Μωυσή.
• Πώς αποτιμάτε το «φαινόμενο Τσίπρας», σε μια εποχή μάλιστα που η εξουσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος μοιάζει να επιβάλλεται στην πολιτική εξουσία και η κυβέρνησή του υποχρεώνεται να θυσιάσει τα κοινωνικά κεκτημένα του αριστερού κινήματος;
Ο Αλέξης Τσίπρας αξίζει τον έπαινο για το ότι πέτυχε να αφυπνίσει τον ελληνικό λαό αλλά και την ίδια τη Δημοκρατία, που ήταν αποκοιμισμένη, διεφθαρμένη και κυνική. Είναι ένας εξαιρετικός εθνεγέρτης (eveilleur exceptionnel).
Αποκάλυψε το αδιέξοδο στο οποίοι οδηγούνται τα ιστορικά εμπόδια και τώρα το πληρώνει πολύ ακριβά, αφού είναι υποχρεωμένος πλέον να ασχοληθεί με την οικονομία και όχι πια με την ιδεολογία. Δεν μπορούμε να πούμε πόσο θα κρατήσει αυτή η κατάσταση ούτε για πόσο θα έχει λαϊκή στήριξη.
Διότι είναι κι αυτό εντυπωσιακό: ότι ο κόσμος τον ακολούθησε σε όλη τη διαδρομή, ακόμα και των δικών του μετασχηματισμών. Κι εκείνος τους οδήγησε ώς το χείλος της ουτοπίας και τώρα τους οδηγεί στο χείλος του ρεαλισμού. Είναι άγνωστο τι θα μείνει στο τέλος.

Αλλά είναι σίγουρο ότι ο εκδημοκρατισμός της ελληνικής πολιτικής είναι έργο του Τσίπρα, ο οποίος επανεισήγαγε τον λαό σε ένα τοπίο όπου κυριαρχούσαν οι προνομιούχοι, οι γραφειοκράτες και οι αιώνιοι «παράγοντες». Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, περισσότερη σημασία έχει ο πολιτικός απολογισμός του, παρά ο κυβερνητικός απολογισμός του.

Μια καινούργια πολιτική κουλτούρα

Για τον ιστορικό, γράφει ο Ζακ Ζυλιάρ, «δεν μπορεί να υπάρχει ένας αφηρημένος και a priori ορισμός της Αριστεράς. Η Αριστερά είναι ό,τι κάθε στιγμή θεωρείται ως τέτοια από τους συγχρόνους της».
Το σπουδαίο έργο του Ζακ Ζυλιάρ Οι Αριστερές της Γαλλίας (μτφρ. Χριστιάννα Σαμαρά, επιστημονική επιμ. Δημήτρης Αντωνίου, γλωσσική επιμ. Αννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις) | 
Οι Αριστερές της Γαλλίας υπηρετούν αυτήν την άποψη, κι έτσι ως ανάγνωσμα αποκτούν μια διάσταση πολιτικού σασπένς. Ομως το σημαντικότερο είναι η καινοτόμα προσέγγιση του συγγραφέα. Ο Ζυλιάρ δεν προσεγγίζει την Αριστερά με άξονα τα κόμματα που εξέφρασαν τις αποχρώσεις της σε μια διαδρομή δυόμισι αιώνων.
Ούτε την περιορίζει στην αντιπαράθεσή της με τη Δεξιά. Αντίθετα την ταξινομεί σε οικογένειες ενός πολιτισμικού συστήματος, με κριτήρια πολιτικά και φιλοσοφικά που εγγράφονται στον μακρύ χρόνο και παίρνουν υπόψη τους τον τρόπο άσκησης της εξουσίας.
Ετσι διακρίνει τη Φιλελεύθερη Αριστερά (…την Αριστερά της Δεξιάς, που ενέπνευσε και μια μερίδα ριζοσπαστών), την Ιακωβίνικη Αριστερά που έδωσε έμφαση στην πολιτική (και ενέπνευσε αφενός ριζοσπάστες και αφετέρου σοσιαλιστές και κομμουνιστές), την Κολεκτιβιστική Αριστερά που υπήρξε, γράφει, «επαναστατική στη ρητορική της αλλά πολύ συχνά κυβέρνησε μαζί με την αστική τάξη» (και ενέπνευσε αφενός σοσιαλιστές και κομμουνιστές και αφετέρου αναρχικούς).
Τελευταία, η Ελευθεριακή Αριστερά που ενέπνευσε τον αναρχοσυνδικαλισμό και είναι η μόνη που δεν μπήκε ποτέ στο γαλλικό Κοινοβούλιο.
Από εκεί και πέρα, ο συγγραφέας προχωρά σε ποικίλες διασταυρώσεις που ξεναγούν τον αναγνώστη στην πολυπλοκότητα και στη ρευστότητα του πολιτικού βίου αλλά και στη διάκριση κοινοβουλευτικού και κυβερνητικού συστήματος.
Ειδικότερα εστιάζει στη βραχύβια εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου, με τη σύζευξη το 1936 Κομμουνιστών, Σοσιαλιστών και Ριζοσπαστών υπό τον Λεόν Μπλουμ («ποτέ άλλοτε η εργατική τάξη δεν άσκησε τόση επίδραση στα γεγονότα και στις νοοτροπίες»).
Επειτα στέκεται στον Ντε Γκωλ, ο οποίος επιβάλλει το προεδρικό σύστημα που βάζει τέλος στην επαναστατική ατζέντα. Και καταλήγει στον Μιτεράν, που μετατρέπει το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε κυβερνητικό κόμμα, και στον Ολάντ ο οποίος ενδεχομένως βάζει τις βάσεις για μια «σοσιαλδημοκρατία τρίτου τύπου».
Μιλώντας λοιπόν με τον Ζυλιάρ, του ζητήσαμε να ξεχωρίσει τις σημαντικότερες στιγμές για την ευρωπαϊκή ιστορία της Αριστεράς. Οπως είπε:
«Η πρώτη κομβική στιγμή όχι μόνο για την Ευρώπη αλλά, τολμώ να πω, και για την οικουμένη, είναι η Γαλλική Επανάσταση. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το ορόσημο 1789-1793. Η Γαλλική Επανάσταση εφευρίσκει μια καινούργια πολιτική κουλτούρα, τον ιακωβινισμό, που είναι ένας πρωτότυπος συνδυασμός νεωτερικής και κλασικής πολιτικής κουλτούρας.
Αυτός φέρνει στο προσκήνιο την πρωτοκαθεδρία του ατόμου, τα δικαιώματά του και την ιδέα του ατομικισμού (individualisme), ο οποίος βασίζεται στην ιδέα της ισότητας. Ταυτόχρονα επιμένει στη σημασία του κράτους και προτάσσει τη συμμαχία αυτών των δύο πόλων.
»Με δεδομένο λοιπόν ότι η Γαλλική Επανάσταση εφοδιάζει την Αριστερά με τις καταστατικές αρχές της, η δεύτερη κομβική στιγμή στην ευρωπαϊκή Ιστορία της θεωρώ πως είναι η Παλινόρθωση και η Ιουλιανή Μοναρχία (1814-1848), διότι τότε η Αριστερά συνδέεται με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και εγκαινιάζεται το πολιτικό στιλ με βάση το οποίο λειτουργούμε σήμερα.
Η διάσταση της καθολικής ψηφοφορίας και της κοινωνικοποίησης (socialisation) των μέσων παραγωγής μπαίνει στην πολιτική ζωή μετά την “άνοιξη των λαών” του 1848. Και έτσι η Αριστερά που ήταν φιλελεύθερη και ατομικιστική, γίνεται κολεκτιβιστική προκειμένου να προστατέψει τα κοινωνικά δικαιώματα των εργατικών τάξεων, και περιγράφεται ως “σοσιαλιστική”.
»Είναι αλήθεια ότι τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και ο κοινοβουλευτισμός γεννήθηκαν στην Αγγλία. Ομως θεωρώ πως το πρότυπο της μοντέρνας πολιτικής διαμορφώθηκε στη Γαλλία, και από εκεί διαδόθηκε σε πλήθος χώρες».
Συντάκτης: Μικέλα Χαρτουλάρη